Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η προσφυγική ιστορία του παππού μου

Από την Unagirl

Η ιστορία του παππού μου Δημήτρη που
έφυγε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία

ΕΓΙΔΙΡ ΠΙΣΙΔΙΑΣ (ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ)

Η λίμνη Εγιδίρ είχε αρκετά σπίτια γύρω της. Εκεί ζούσαν Έλληνες και Τούρκοι μαζί, χω­ρίς προβλήματα. Όταν όμως άρχισαν οι φασαρίες, οι Τσέτες (Τούρκοι τρο­μο­κρά­τες) τρομο­κρατούσαν τους Έλληνες. Έμπαιναν σε σπίτια και έκλεβαν τα χρυσαφικά της οικογένειας. Ο προπροπάππος (ο μπαμπάς της μητέρας του παππού μου) ήταν χρυ­σο­χό­ος και η οικο­γένεια είχε πολλά και πολύτιμα οικογενειακά κοσμήματα. Οι Τσέ­τες όταν είδαν την αδελ­φή της προγιαγιάς, τη χτύπησαν με μαχαίρι για να πά­ρουν τα χρυσαφικά. Εκείνη την περί­οδο μάζευαν τους άντρες και τους κράταγαν αιχ­μα­λώ­τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μεγάλης κυρίως ηλικίας γυναίκες να αρ­ρω­σταί­νουν και να πεθαίνουν. Και οι θάνατοι πολ­λαπλασιάζονταν.

Στο μεταξύ, το κακό γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Ένας Τούρκος γείτονας της οι­κο­γέ­νει­ας, που μάθαινε τις εξελίξεις, τους ζήτησε να πάρει τα παιδιά (ο παππούς μου ή­ταν μόλις ενός έτους), να τα φορτώσει σε ένα κάρο και να τα πάει στο λιμάνι, απ’ ό­που θα φεύγα­νε. Τους εξήγησε πως επειδή ήταν Τούρκος δε θα του έκαναν κανέναν έ­λεγ­χο και πως υπήρχε ένα δύσκολο σημείο της διαδρομής, όπου οι Τσέτες θα έ­σφα­ζαν όλους τους πρόσφυγες. Επειδή ήταν άνθρωπος που εμπιστεύονταν, του άφησαν τα παιδιά και η πρo­γιαγιά μου (μητέρα του παππού), του έδωσε αρκετά χρυσαφικά για να τον ευχαριστήσει, αλλά και να εξασφαλίσει την ασφάλεια των παιδιών.

Ο δρόμος ήταν όντως πολύ δύσκολος. Επτά ημέρες περπάτημα. Σε αυτή την ε­πι­κίν­δυ­νη διαδρομή, οι Τσέτες χτυπούσαν τις γυναίκες και αναποδογύριζαν τα κάρα με τα μω­ρά. Οι νεαρές σε ηλικία κοπέλες, μουτζούρωναν τα πρόσωπά τους για να τις περ­νά­νε για Τουρ­κάλες. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, η προγιαγιά έδωσε όλα τα χρυ­σα­φι­κά της για να γλυτώσει τα παιδιά και την οικογένεια.

Όταν έφτασαν στο λιμάνι, κατάφερε όλη η οικογένεια μαζί με τα παιδιά να μπει σε μια βάρκα. Όμως πάνω στη βιασύνη τους, έπεσαν στη θάλασσα όλες οι προμήθειες. Α­πό εκεί τους πήγαν στη Νάξο. Εκεί φιλοξενήθηκαν σε εκκλησίες και η προγιαγιά πού­λη­σε όλα τα οικογενειακά της κειμήλια που είχε μαζί, κυριολεκτικά για μια μπου­κιά ψωμί.

Έπειτα τους έφεραν στον Πειραιά. Οι ντόπιοι ήταν πολύ απάνθρωποι απέναντί τους. Οι Μανιάτες τους πετροβολούσαν. Η προγιαγιά αναγκάστηκε να φτιάχνει χαλιά για να ζή­σουν. Ακόμα και μετά από χρόνια, ο παππούς προσπάθησε να βρει δουλειά σε έ­να ερ­γοστάσιο και δεν τον προσλάμβαναν εξαιτίας της καταγωγής του. Πέθανε δε, με τον καημό πως η ταυτότητά του έγραφε ως τόπο γέννησης «Εγιδίρ Τουρκίας».

● Την ιστορία διηγήθηκε η αδερφή του παππού, Καλλινίκη.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Ιστορία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.