Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Διπλή γιορτή

του Δημήτρη Καμπούρογλου

Μια χρονιά, όταν ακόμα οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι στους Τούρκους, έτυχε να γιορ­τά­σουν την ίδια μέρα οι χριστιανοί τη Λαμπρή τους και οι Τούρκοι το Μπαϊράμι τους. Έ­τσι έτυχε.

Σε μια γειτονιά της Αθήνας, του Μεγάλου Σαββάτου, αφού οι χριστιανοί έκαναν Α­νά­στα­ση και τελείωσε η εκκλησία, η γριά κλησάρισσα της Αγίας Σωτήρας κλείστηκε μέ­σα στο κελί της. Διπλοαμπάρωσε την πορτίτσα της κι έβαλε, για καλό και για κακό, α­πό πίσω και το φορ­τσέ­ρι της, γεμάτο μ’ όλο της το νοικοκυριό, γιατί το τούρκικο ξε­φά­ντω­μα μπορούσε να ξε­σπά­σει πάνω της.

Έξαφνα, χτυπά τρεις φορές η πόρτα: τακ, τακ, τακ. Άλλες τρεις φορές χτύπησε και η καρ­διά της κλησάρισσας. «Αν είσαι χριστιανός, να σε πολυχρονά ο Με­γα­λο­δύ­να­μος. Μα και Τούρ­κος αν είσαι, πάλι καλώς όρισες», είπε μέσα της.
– Άνοιξε γρήγορα, γειτόνισσα, και μη φοβάσαι, εγώ είμαι.
– Μπα! Εσύ ’σαι γειτόνισσα; Και τι γυρεύεις τέτοιαν ώρα;

Η πορτίτσα του κελιού άνοιξε. Το κατάλευκο γεροντάκι, η κλησάρισσα, καλωσόρισε μια γρι­ά μουσουλμάνα φιλενάδα της, που καθόταν μέσα σ’ ένα χάλασμα της γει­το­νιάς. Η πορ­τί­τσα ξανάκλεισε.

Η μουσουλμάνα μιλάει πρώτη:
– Τώρα που ησύχασε ο κόσμος όλος και οι χαροκόποι τραβήχτηκαν στα σπίτια τους, ήρ­θε κι εμένα η σειρά μου να γιορτάσω το Μπαϊράμι μου στο τρυπόσπιτό μου μέσα. Έ­κα­μα ν’ α­πλώ­σω πάνω σε κάτι πέτρες ό,τι μου ’δωκαν οι αγάδες της γειτονιάς και τό­τε σε συλ­λο­γί­στη­κα, καημένη γειτόνισσα, κλεισμένη καταμόναχη, στο κελί σου, τέ­τοια χρονιάρα μέρα που ξημερώνει για σας τους χριστιανούς. Σε ψυχοπόνεσα, τύ­λι­ξα πάλι τα φαγιά που είχα μπρο­στά μου και είπα μέσα μου: «Φτωχές είμαστε κι οι δύ­ο. Ας πάω να γιορτάσουμε μαζί· αυ­τή τη Λαμπρή της κι εγώ το Μπαϊράμι μου». Ξε­κί­νη­σα λοιπόν και ήρθα.

Κι ακούμπησε το μικρό της δέμα πάνω στο τραπέζι του κελιού.

Σηκώνεται τότε η κλησάρισσα γελαστή και ψάχνει μέσα στην κασέλα της. Βγάζει ένα κόκ­κι­νο αυγό και το δίνει στη μουσουλμάνα. Το παίρνει εκείνη μ’ ευχαρίστηση με­γά­λη, ση­κώ­νει το χέρι της ψηλά, το παρατηρεί γύρω γύρω στο φως του λυχναριού με χα­ρά μικρού παι­διού και το θαυμάζει σαν κάτι σπάνιο και περίφημο πράμα.

Η γριά κλησάρισσα πλησιάζει σιγά σιγά, κάθεται κοντά της κι άξαφνα κάνει τσακ μια και της το σπάζει με το άλλο κόκ­κι­νο αυγό, που είχε κρυμμένο στο άλλο της χέρι, ξε­καρ­δι­σμέ­νη στα γέλια για το κατόρθωμά της.

Το κελί είναι μισοσκότεινο. Το λυχνάρι μόλις και φέγγει. Ζυγώνουν κοντά, μάγουλο με μά­γου­λο τα δυο γεροντικά κεφάλια, κάτασπρο το ένα, κατάμαυρο το άλλο, και φι­λιού­νται...

ΠΗΓΗ: ΓΛΩΣΣΑ ΣΤ΄ ΤΑΞΗΣ (διασκευή από το Αναγνωστικό E΄ τάξης του 1979)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: βιβλία, Πάσχα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.