Τα διαλυτικά ( ¨ ) σημειώνονται πάνω στο «ι» και το «υ» (ϊ, ϋ) όταν βρίσκονται μετά από άλλο φωνήεν, για να δείξουν ότι δεν πρέπει να προφερθούν μαζί του ως δίψηφα ή ως συνδυασμοί «αυ» και «ευ».
Παραδείγματα:
αϊ: παϊδάκια, ρωμαϊκός
εϊ: θεϊκός, πανθεϊσμός
οϊ: ευνοϊκός, προϊόντα
υϊ: ευφυΐα, μυϊκός
οϋ: προϋπήρξε, προϋπόθεση
αϋ: αϋπνία, καταπραϋντικός
εϋ: ξεϋφαίνω
Διευκρινίσεις
(α) Όταν τα διαλυτικά μπαίνουν σε ένα φωνήεν που τονίζεται, ο τόνος σημειώνεται ανάμεσά τους:
καΐκι, Μαΐου, φαΐ
(β) Τα διαλυτικά είναι περιττά όταν η χωριστή προφορά των δυο φωνηέντων φανερώνεται από τον τόνο, δηλαδή όταν τονίζεται το πρώτο από αυτά:
γάιδαρος (αλλά: γαϊδούρι)
πλάι (αλλά: πλαϊνός)
χάιδεψα (αλλά: χαϊδεύω)
νεράιδα, ρολόι, άυπνος, Μάιος
Αυτός ο κανόνας βέβαια δεν ισχύει όταν οι λέξεις γράφονται με κεφαλαία, μιας και απουσιάζει ο τόνος: ΓΑΪΔΑΡΟΣ, ΠΛΑΪ, ΧΑΪΔΕΨΑ, ΝΕΡΑΪΔΑ, ΡΟΛΟΪ, ΑΫΠΝΟΣ, ΜΑΪΟΣ
Και κάτι ακόμη
Τα διαλυτικά είναι περιττά όταν τα διπλανά φωνήεντα δεν είναι δίψηφα:
Η απόστροφος ( ’ ) χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ένα φωνήεν έχει παραλειφθεί στη γραφή, επειδή δύο γειτονικές λέξεις προφέρονται γρήγορα χωρίς να μεσολαβεί παύση μεταξύ τους:
το άλογο → τ’ άλογο
μου έδωσε → μου ’δωσε
φέρε το → φέρ’ το
σου το είπα → σ’ το είπα → σ’ το ’πα
Η απόστροφος συνηθίζεται σε κείμενα που αποδίδουν τον προφορικό λόγο (π.χ. σε διαλόγους) ή έχουν ανεπίσημο ύφος.
Στα κείμενα με επίσημο ύφος είναι προτιμότερο να διατηρούμε όλα τα φωνήεντα, δηλαδή να αποφεύγουμε τις αποστρόφους.
Συχνά λάθη
Η απόστροφος σημειώνεται ακριβώς στη θέση του φωνήεντος που χάθηκε. Είναι αυτό που λέγαμε σε μικρότερες τάξεις, ότι το ποντικάκι έφαγε το γράμμα και άφησε στη θέση του ένα ψιχουλάκι (την απόστροφο).
Τα λάθη που ακολουθούν «τρυπώνουν» συχνά σε βιβλία, κόμικς, ακόμη και σε υπότιτλους σειρών και ταινιών:
Λάθος
Σωστό
μου’ πε μου’πε
μου ’πε
άστο κόψτο
άσ’ το κόψ’ το
στο χάρισα δώστο μου
σ’ το χάρισα δώσ’ το μου
θάρθω
θά ’ρθω
Ειδικές περιπτώσεις
(α) Ο σύνδεσμος και γίνεται κι χωρίς απόστροφο: εγώ κι εσύ, κι όμως
(β) Το επίρρημα μέσα πριν από σύμφωνο γίνεται μες: μες στη θάλασσα
(γ) Η πρόθεση σε χάνει το «-ε» πριν από το «τ-» του οριστικού άρθρου και γράφεται μαζί με αυτό ως μία λέξη: στον κήπο, στης Ελένης, στο σχολείο
(δ) Η πρόθεση εξ δεν έχει χάσει κάποιο φωνήεν, οπότε δε χρειάζεται απόστροφο: εξ αποστάσεως εκπαίδευση
Η υποδιαστολή ( , ) είναι όμοια με το κόμμα ( , ) και σημειώνεται σε δύο περιπτώσεις:
1 Στους δεκαδικούς αριθμούς, για να ξεχωρίζουμε το ακέραιο από το δεκαδικό μέρος:
278,72 €
23,5 κιλά
Ωστόσο, κατά την ανάγνωση των δεκαδικών η υποδιαστολή διαβάζεται ως «κόμμα»:
278 κόμμα 72 ευρώ
23 κόμμα 5 κιλά
Σημαντικό: Στα ελληνικά η τελεία χωρίζει τις χιλιάδες και η υποδιαστολή τα δεκαδικά ψηφία. Στα αγγλικά συμβαίνει το αντίθετο (η τελεία χωρίζει τα δεκαδικά ψηφία και η υποδιαστολή τις χιλιάδες).
2 Στην αντωνυμία ό,τι (= οτιδήποτε), για να την ξεχωρίζουμε από τον σύνδεσμο ότι (= πως):
Η Άννα θυμάται ό,τι τη συμφέρει. Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο.
Το ενωτικό ( - ) είναι μικρότερο από τη μονή παύλα ( — ) και σημειώνεται στις παρακάτω περιπτώσεις:
1 Στο τέλος μιας σειράς, όταν πρέπει να κόψουμε μια λέξη που δε χωρά ολόκληρη. Ο χωρισμός γίνεται με βάση τους κανόνες συλλαβισμού της γλώσσας μας:
Πήγαμε στο γηπεδάκι της γειτονιάς και παίξα- με μπάσκετ με τους φίλους μας.
2 Για να χωρίσει μια λέξη στις συλλαβές από τις οποίες αποτελείται ή στα συνθετικά της:
πα-τρί-δα, παρ-τί-δα
σκυλ-ό-ψαρο, παρα-μιλώ
3 Στην αρχή ή στο τέλος μιας λέξης, για να δείξουμε ότι δεν τη γράφουμε ολόκληρη:
οι λέξεις από «ανα-» (που αρχίζουν από «ανά»)
τα ρήματα σε «-μαι» (που λήγουν σε «μαι»)
4 Ανάμεσα σε λέξεις που φανερώνουν την αφετηρία και το τέρμα δρομολογίων ή διαδρομών:
Η αμαξοστοιχία Αθήνα-Θεσσαλονίκη αναχωρεί σε πέντε λεπτά.
Κάθε μέρα Ψυχικό-Φάληρο· βαρέθηκα!
5 Ανάμεσα σε δύο αριθμούς ή μέσα σε τηλεφωνικά νούμερα και διάφορους κωδικούς:
το διάστημα 2023-2026
πρόγραμμα για νέους 25-30 ετών
τηλεφωνήστε στο 210-123456 (αλλά και με κενό: 210 123456)
6 Ανάμεσα σε διπλά ονόματα ανθρώπων ή μεταξύ λέξεων που αποτελούν ένα ιδιαίτερο σύνολο:
Άννα-Μαρία, η κ. Παπαγεωργίου-Θηβαίου
επίσκεψη-αστραπή, παιδί-μάλαμα
άνεμοι βόρειοι-βορειοανατολικοί
7 Ύστερα από τα προτακτικά Αγια-, Αϊ-, γερο-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-. Οι λέξεις αυτές δεν τονίζονται, είναι άκλιτες και συνοδεύουν κύρια ονόματα:
η Αγια-Σοφιά, του Αϊ-Γιώργη
της κυρα-Ρήνης, ο παπα-Δημήτρης
Εξαιρούνται και δε χρειάζονται ενωτικό τα προτακτικά καπετάν, κυρ και πάτερ, που είναι επίσης άκλιτα: του καπετάν Ανδρέα, με τον κυρ Νίκο, ο πάτερ Αντώνιος
1 Τόνο ( ΄ ) παίρνει κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές. Ο τόνος μπαίνει μόνο στη λήγουσα, στην παραλήγουσα και στην προπαραλήγουσα:
παιδί, παιδάκι, φτωχόπαιδο
καθαρός, καθαρίζω, ξεκάθαρος
Ανάλογα με τη συλλαβή που τονίζεται οι λέξεις διακρίνονται σε οξύτονες (τονίζονται στη λήγουσα), παροξύτονες (τονίζονται στην παραλήγουσα) και προπαροξύτονες (τονίζονται στην προπαραλήγουσα).
2 Ο τόνος της λέξης σημειώνεται πάνω από το φωνήεν που προφέρεται πιο δυνατά:
άκουσα, κουζίνα, ποδόσφαιρο
σκουληκομυρμηγκότρυπα
3 Αν το φωνήεν είναι κεφαλαίο (στα κύρια ονόματα ή στην αρχή των προτάσεων) ο τόνος δε σημειώνεται πάνω του αλλά αριστερά:
Άννα, Έβρος, Όλυμπος
Άκουσα ότι θα βρέξει.
Οι λέξεις που γράφονται εξ ολοκλήρου με κεφαλαία δεν τονίζονται. Εξαιρείται το διαζευκτικό «ή» για να ξεχωρίζει από το θηλυκό άρθρο: ΤΣΙΓΑΡΟ Ή ΥΓΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ
Οι μονοσύλλαβες λέξεις γενικά δεν παίρνουν τόνο, διότι εννοείται:
αχ, γεια, γη, δεν, θα, και
λες, μου, να, σε, τι, φως
Υπάρχουν όμως τρεις —το «η», το «που» και το «πως»— που μερικές φορές παίρνουν τόνο. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν
δύο «η» (η - ή) ,
δύο «που» (που - πού) και
δύο «πως» (πως - πώς).
η - ή
Όταν το «η» είναι άρθρο, δε βάζουμε τόνο:
η Μαρία
η καρέκλα
Όταν το «ή» είναι διαζευκτικός σύνδεσμος, βάζουμε τόνο για να το ξεχωρίζουμε:
η Μαρία ή η Ελένη
ή εγώ ή εσύ
που - πού
Όταν το «που» είναι σύνδεσμος ή αντωνυμία, δε βάζουμε τόνο:
Μετάνιωσα που δε σε άκουσα.
Αυτό είναι το βιβλίο που σου έδωσα.
Όταν το «πού» είναι ερωτηματικό επίρρημα, όταν δηλαδή ρωτάμε με αυτό, βάζουμε τόνο για να το ξεχωρίζουμε:
Πού είσαι;
Πού έβαλες το βιβλίο που σου έδωσα;
Το «πού» τονίζεται ακόμη:
(α) Στις πλάγιες ερωτήσεις: Με ρώτησε πού είμαι. Θέλω να μου πεις πού έβαλες το βιβλίο που σου έδωσα.
(β) Σε συγκεκριμένες φράσεις: Πού να σ’ τα λέω. Από πού κι ως πού. Πού και πού. Αραιά και πού.
πως - πώς
Όταν το «πως» είναι σύνδεσμος, δε βάζουμε τόνο:
Νομίζω πως θα βρέξει.
Όταν το «πώς» είναι ερωτηματικό επίρρημα, όταν δηλαδή ρωτάμε με αυτό, βάζουμε τόνο για να το ξεχωρίζουμε:
Πώς τα πέρασες;
Το «πώς» τονίζεται ακόμη:
(α) Στις πλάγιες ερωτήσεις: Με ρώτησε πώς τα πέρασα.
(β) Σε συγκεκριμένες φράσεις: Πώς βαριέμαι! Κοιτάζω πώς και πώς να τα καταφέρω. Τους έστειλες το γράμμα; – Πώς!
Και κάτι ακόμη
(α) Οι ασθενείς τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (μου, σου, του…) είναι μονοσύλλαβοι και άτονοι. Ωστόσο, αν υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθούν κτητικές αντωνυμίες, παίρνουν τόνο:
Η δασκάλα μου είπε (η δική μου δασκάλα)
Η δασκάλα μού είπε (είπε σε εμένα)
Διαφορετικά, δεν τονίζονται:
Ο δάσκαλός μου είπε (ο δικός μου δάσκαλος)
Ο δάσκαλος μου είπε (είπε σε εμένα)
Ο δάσκαλός μου μου είπε
(β) Το «να» και το «θα», όταν βρίσκονται πριν τους ρηματικούς τύπους μπω, βγω, βρω, ’ρθω και προφέρονται πιο δυνατά, παίρνουν τόνο:
ΕΙΚΟΝA: podilato98.blogspot.com (σκίτσο: Γραμματική Ε΄-ΣΤ΄ Δημοτικού)