29 Αυγούστου 2012

Μια βόλτα για τον φίλο μου

Ένας σπουδαίος συνθέτης σ’ ένα κομμάτι που με αγγίζει από τις πρώτες νότες. Μια «βόλτα» που αφιερώνεται σ’ όλους τους φίλους του ΠΟΔήΛΑΤΟΥ, μ’ ένα ζεστό χαμόγελο κι ένα απαλό, ανθρώπινο άγγιγμα στον ώμο. Καλημέρα σας!

ΜΟΥΣΙΚΗ Σταύρος Ξαρχάκος - ΔΙΣΚΟΣ: Χρώματα (1968)

ΟρχηστρικάΠΟΔήΛΑΤΟ

28 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από άλλες γλώσσες

► ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ

  • όαση wh (= καζάνι, κοίλωμα, λάκκος)
  • φαραώ per-aa (= ανάκτορο)

► ΑΛΒΑΝΙΚΑ (ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΑ)

  • κοκορέτσι kokoreci
  • μπαμπέσης pabese
  • σβέρκος zverk
  • φλογέρα flojere

► ΑΡΑΒΙΚΑ

  • αράπης Arab
  • βεδουίνος beduin
  • ζάρι az-zahar
  • κελεμπία kelebia
  • κουσούρι kusur
  • νούφαρο noufar


noufar

  • σαφάρι safara (= ταξίδι)
  • τασάκι < τάσι < tas
  • τσόφλι < τσέφλιν < djefl
  • χαντάκι < χάνταξ < khandaq

► ΑΡΑΜΑΪΚΑ

  • Πάσχα pascha < εβραϊκό pasah (= διάβαση, πέρασμα)

► ΑΦΓΑΝΙΚΑ

  • ρύζι vrize < ινδικό vrihi

► ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ

  • πέστροφα pusturva (= πιτσιλωτή, παρδαλή)

► ΓΕΝΟΥΑΤΙΚΑ

  • μούρη muro

► ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ

  • αλτ halt (= στάσου), προστακτική του ρήματος halten (= σταματώ)
  • πλακάτ Plakat
  • σνίτσελ Schnitzel (= λεπτό κομμάτι κρέατος)

► ΕΒΡΑΪΚΑ

  • αλληλούια hallelujah (= υμνείτε τον Jah) < Jah (= ο Ιεχωβάς, ο Κύριος)
  • αμήν amen (= βεβαιότητα, αλήθεια, είθε) < aman (= ενισχύω, επιβεβαιώνω)
  • αρραβώνας erabon (= ενέχυρο)
  • Σάββατο sabbath < sabath (= αναπαύομαι)
  • ωσαννά hosi ah-na (= Κύριε Ελέησον)

► ΙΣΠΑΝΙΚΑ

  • γιλέκο jileco < τουρκικό yelek
  • κακάο cacao < ινδιάνικο cacahuatl (= σπόροι του κακάου)
  • καπαρντίνα gabardina
  • μαρκαδόρος marcador


marcador

  • παρέα pareja
  • πατάτα patata < ινδιάνικο batata
  • σοκολάτα chocolatl < μεξικανικό chocolatl < ινδιάνικο xocoatl
  • τανγκό tango
  • χούντα junta (= ενωμένη) < λατινικό jungeo (= ενώνω)

► ΜΑΛΑΪΚΑ

  • ουρακοτάγκος oranghutan (= άνθρωπος του δάσους) < orang (= άνθρωπος) + hu­tan (= δάσος)

► ΠΕΡΣΙΚΑ

  • μάγος mag

► ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ

  • κόμπρα cobra-capello < λατινικό columbra (= φίδι)
  • μπαμπού bambu, λέξη μαλαϊκής προέλευσης
  • μπανάνα banana, λέξη αφρικανικής προέλευσης


banana

► ΠΡΟΒΗΓΚΙΑΝΑ

  • σόλα sola < λατινικό solea (= σανδάλι)

► ΡΩΣΙΚΑ

  • τσάι tsai, λέξη κινεζικής προέλευσης

► ΣΗΜΙΤΙΚΑ

  • καμήλα gamal
  • περιστερά perah Istar (= πουλί της Αφροδίτης)
  • σάκος sak

► ΣΛΑΒΙΚΑ

  • βάλτος blato
  • βίτσα vitsa
  • κόρα kora
  • κοτέτσι cotets


cotets

  • κότσια kostitsa
  • λούτσα luza
  • ρούχο ruho
  • σανός / σανό seno
  • στάνη stan

► ΑΠΟ ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ

  • μανταρίνι mandara

ΕΙΚΟΝΕΣ: hiveminer.com, plaisio.gr, karfitsa.gr, trikalanews.gr


27 Αυγούστου 2012

Πού είναι τα παιδιά;

Εντάξει, είναι απαραίτητες οι ξένες γλώσσες, αλλά δε χρειάζεται να το παρακάνουμε!



ΕΙΚΟΝΑ: Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου (επιμέλεια: podilato98.blogspot.com)

ΓλώσσεςΚόμικς-Σκίτσα

26 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από τα αγγλικά

Ο αριθμός των γλωσσικών δανείων από τα αγγλικά αρχίζει να μεγαλώνει στις αρχές του εικοστού αιώνα με τη διάδοση του ποδοσφαίρου και των ειδικών όρων που το συνοδεύουν (κόρνερ, γκολ κτλ.).

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διεθνείς πολιτικοοικονομικές συνθήκες οδηγούν στην κυριαρχία των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δεκαετίες η Αγγλική (κατά κύριο λόγο η Αγγλική των ΗΠΑ) να αποτελεί την κύρια πηγή δανεισμού της γλώσσας μας.

Τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά, ως πιο πρόσφατα, δεν έχουν προλάβει να αφομοιωθούν και ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες λέξεις μας.


► ΦΑΓΗΤΟ

  • κέικ cake
  • κέτσαπ ketchup < μαλαϊκό kechup (= πικάντικη σάλτσα για το ψάρι)
  • μπάρμπεκιου barbecue (= σχάρα) < ισπανοαμερικανικό bar­ba­co­a
  • μπέικον bacon, λέξη γερμανικής προέλευσης
  • ροσμπίφ roast-beaf (= ψημένο βοδινό)
  • σάντουιτς sandwich, από το όνομα του Άγγλου διπλωμάτη John Montagu, 4ου κόμη της πόλης Sandwich, που το επινόησε


sandwich

  • τοστ toast
  • τσίχλα chicle < ισπανικό chicle
  • φαστ φουντ / φαστ­φου­ντά­δι­κο fast food (= γρήγορο φαγητό)
  • χάμπουργκερ hamburger < γερμανικό Hamburger, από το όνομα της γερμανικής πόλης Hamburg (Αμβούργο)

► ΣΠΙΤΙ

  • βεράντα veranda ή verandah < ινδικό varanda
  • μπλέντερ blender
  • πόστερ poster
  • πυρέξ pyrex (εμπορική ονομασία)
  • σαμπουάν shampoo
  • σέικερ shaker < shake (= σείω, κουνώ)
  • χολ hall

► ΣΩΜΑ

  • τσεκ απ check up

► ΕΝΔΥΣΗ

  • μπικίνι bikini, από το όνομα του νησιού Bikini στον Ειρηνικό, επειδή όταν πρωτοεμφανίστηκε θεωρήθηκε τόσο τολμηρό που συνδυάστηκε με τις δοκιμαστικές εκρήξεις ατομικής βόμβας που είχαν πραγματοποιηθεί πρόσφατα στο νησί
  • μπλουτζίν blue jean


blue jean

  • πιζάμα pyjama < ινδικό paejamah (= φαρδύ παντελόνι)
  • πουλόβερ pullover < pull over (= τραβώ προς τα πάνω)
  • σμόκιν smoking < smoke (= καπνίζω), επειδή ήταν το σακάκι που φορούσαν για το κάπνισμα μετά το δείπνο
  • σορτς shorts < short (= κοντός)
  • τζάκετ jacket
  • φούτερ footer

► ΟΜΟΡΦΙΑ

  • ινστιτούτο institute < λατινικό institutum < instituo (= ιδρύω)
  • λίφτινγκ lifting
  • μέικαπ make up (= μακιγιάρομαι)
  • σάουνα sauna < φινλανδικό sauna

► ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

  • σουπερμάρκετ supermarket (= υπεραγορά)

► ΣΧΟΛΕΙΟ

  • πλαστελίνη plasteline
  • τεστ test < αρχαίο γαλλικό test (= πήλινη χύτρα αλχημιστών) < λατινικό testum (= κλίβανος, κεραμεικό αγγείο)

► ΖΩΑ

  • αλιγάτορας alligator < ισπανικό el lagarto ή al lagarto (= σαύρα) < λατινικό ille (= εκείνος) + lacertus ή lacerta (= σαύρα)
  • άλμπατρος albatross
  • ζέβρα zebra < ισπανικό και πορτογαλικό zebro ή zebra
  • ιαγουάρος jaguar < ινδιάνικο ja­gu­a­ra
  • καγκουρό kangaroo < αβοριγινό ka gouro (= δεν ξέρω), επειδή έτσι απάντησε Αυστραλός ιθαγενής στην ερώτηση του εξερευνητή James Cook πώς λένε το πρωτόγνωρο για εκείνον ζώο


kangaroo

  • κοάλα koala < αβοριγινό koala
  • κογιότ coyote < ινδιάνικο coyotl
  • κόνδορας condor < ισπανικό con­dor < ινδιάνικο kuntur
  • μπουλντόγκ bulldog < bull (= ταύρος) + dog (= σκύλος)
  • πούμα puma < ισπανικό puma (ινδιάνικη λέξη)
  • φάρμα farm
  • χιμπατζής chimpanzee < κονγκολέζικο chimpenzi ή kimpenzi

► ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

  • άουτ out (= έξω)
  • βόλεϊ volley
  • γκολ goal
  • γκολφ golf
  • κρίκετ cricket
  • ματς match
  • μποξ box (= χτύπημα)
  • νοκ άουτ knock out
  • νταμπλ double
  • ντέρμπι derby, από το όνομα της περιοχής Derby στην Αγγλία όπου ο κόμης Ed­ward Stan­ley πρωτοδιοργάνωσε τους ομώνυμους αγώνες
  • ντοπάρω dope (= δίνω διεγερτικές ουσίες) < ολλανδικό doop (= σάλτσα)
  • πέναλτι penalty (= τιμωρία, πρόστιμο)
  • πινγκ πονγκ ping pong (ονοματοποιία από τον ήχο της μπάλας)


ping pong

  • ράγκμπι rugby, από το όνομα του σχολείου Rugby στην Αγγλία όπου πρωτοπαίχτηκε το παιχνίδι
  • ράλι rally (= συγκέντρωση αυτοκινήτων και οδηγών για αγώνες) < rally (= συγκεντρώνω)
  • σκορ score
  • σλάλομ slalom < νορβηγικό slalom (= επικλινής δρόμος)
  • σουτάρω < σουτ < shoot
  • τένις tennis < αρχαίο γαλλικό tenetz < tenir (= κρατώ)
  • τζόκινγκ jogging (= αργό τρέξιμο)
  • φάουλ foul (= αντικανονικό παιχνίδι ή παίξιμο)
  • χόκεϊ hockey
  • χούλιγκαν hooligan

► ΧΡΗΜΑ

  • δολάριο dollar < αρχαίο γερμανικό daler < Thaler (= τάλιρο)
  • μάρκετινγκ marketing < market < λατινικό mercatus, μετοχή του mercari (= εμπορεύομαι)
  • σπόνσορας sponsor < λατινικό sponsor (= εγγυητής)
  • τσεκ cheque (= επιταγή)

► ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

  • εξπρές express (= ταχύς)
  • μοτέλ motel < motor hotel < motor (= μηχανή, κινητήρας) + hotel (= ξενοδοχείο)
  • πάρκινγκ parking
  • πούλμαν pullman, από τη φράση pullman car που προέρχεται από το όνομα του Αμερικανού μηχανικού George M. Pullman


pullman

  • σκούτερ scooter < scoot (= φεύγω βιαστικά, τρέχω)
  • τανκς tank < πορτογαλικό tanque που είναι συγκεκομμένος τύπος του estanque < estancar (= σταματώ, ανακόπτω)
  • τζιπ jeep < gee pee, από τα γράμματα g και p που είναι αρχικά των λέξεων gen­er­al pur­pose (= γενικός σκοπός, γενική χρήση)
  • τρόλεϊ trolley
  • φλας flash (= λάμψη)
  • φουλάρω < φουλ < full (= γεμίζω, γεμάτος)

► ΘΑΛΑΣΣΑ

  • γιοτ yacht
  • γουίντ σέρφινγκ wind surfing
  • προπέλα propeller < λατινικό propello (= προωθώ)
  • σέρφινγκ surfing (= κυματοδρομία) < surf (= θραύση κυμάτων)
  • φεριμπότ ferry boat < ferry (= πορθμείο) + boat (= βάρκα)

► ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

  • ντραμς drums

► ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

  • γκράφιτι graffiti
  • γουόκμαν walkman
  • ζάπινγκ zapping < zap (= κινούμαι ξαφνικά με ταχύτητα)
  • θρίλερ thriller
  • κάμπινγκ camping
  • καφετέρια cafeteria < ισπανοαμερικανικό cafeteria
  • κλαμπ club
  • κλόουν clown
  • κουίζ quiz
  • λούνα παρκ luna park, από το όνομα Luna Park στο Coney Island του Brooklyn της Νέας Υόρκης
  • μπανγκαλόου bungalow < ινδικό bangla
  • μπαρ bar (= αναψυκτήριο)
  • μπάρμαν barman
  • μπούμερανγκ boomerang, λέξη αβοριγινικής προέλευσης
  • νάιτ κλαμπ night club (= νυχτερινή λέσχη)
  • παμπ pub
  • πάρτι party < partie (= μερίδιο, μέρος)


party

  • ρεσιτάλ recital < λατινικό recito (= διαβάζω)
  • ροκ rock
  • ροκ εντ ρολ rock ’n’ roll
  • σασπένς suspense (= εκκρεμότητα, αβεβαιότητα, αγωνία) < λατινικό suspendo (= κρεμώ)
  • σίριαλ serial < series < λατινικό se­ri­es (= σειρά, ειρμός, συνέχεια)
  • σόου show < show (= δείχνω)
  • σταρ star (= αστέρας)
  • τρέιλερ trailer
  • φιλμ film (= μεμβράνη)
  • χιούμορ humor (= κέφι) < λατινικό humor (= υγρό, χυμός)
  • χόμπι hobby

► ΠΟΤΑ

  • κοκτέιλ cocktail < cock’s tail (= ουρά πετεινού)
  • ουίσκι whisky < αρχαίο ιρλανδικό uisce bethad < uisce (= νερό) + bethad, γενική του be­thu (= ζωή)

► ΕΡΩΤΑΣ

  • ταμπού taboo < πολυνησιακό tabou (= απαγορευμένος)
  • φλερτ flirt < γαλλικό fleurette (= ερωτικό ποίημα)

► ΑΝΘΡΩΠΟΙ

  • ατζέντης agent
  • γκάνγκστερ gangster < gang (= συμμορία)
  • καουμπόης cowboy


cowboy

  • λαίδη lady
  • λόρδος lord
  • μάνατζερ manager < ιταλικό maneggio
  • μπάτλερ butler
  • μπέμπης baby
  • ντεντέκτιβ detective < detect (= ανακαλύπτω)
  • ρεπόρτερ reporter
  • σερίφης sheriff, λέξη αραβικής προέλευσης
  • σκράπας scrape
  • σνομπ snob, αρκτικόλεξο από τη λατινική φράση Sine NOBilate (= χωρίς τίτλους ευγενείας)
  • τζέντλεμαν gentleman < gentle (= ευγενικός) + man (= άντρας)
  • φρικιό freak (= τέρας, ιδιόρρυθμος, ναρκομανής, εκκεντρικός)

► ΑΛΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

  • αμόκ amok ή amuck < μαλαϊκό amoq (= αυτός που μάχεται σαν τρελός, σε κατάσταση εγκληματικής μανίας)
  • κλομπ club (= ρόπαλο)
  • κόμπλεξ complex < λατινικό complexus (= εναγκαλισμός)
  • λέιζερ laser, αρκτικόλεξο από τη φράση Light Amplification by Stimulated E­mis­sion of Ra­di­a­tion (= ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας)
  • μπλόφα bluff < γερμανικό bluffen
  • νάιλον nylon
  • ούφο UFO, αρκτικόλεξο από τη φράση Unidentified Flying Objects (= Άγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, ΑΤΙΑ)
  • πάνελ panel (= πίνακας)
  • ραντάρ radar, αρκτικόλεξο από τη φράση RAdio Detection And Ranging (= ραδιοφωνική επισήμανση και εμβέλεια)
  • σελφ σέρβις self-service
  • σετ set
  • σλόγκαν slogan < κέλτικο sluagh-ghairm (= κραυγή στρατιωτών)
  • σούπερ super
  • σπέσιαλ special
  • στάνταρ standard (= τύπος)
  • στοκ stock
  • στρες stress
  • τσεκάρω check (= ελέγχω)

ΕΙΚΟΝΕΣ: seznamte.se, pixels.com, alrasub.com, patrasevents.gr, milosbuservices.gr, fpanimazione.it, wallpapersafari.com


Δάνειες λέξεις από τα γαλλικά

Οι περισσότερες, ίσως, δάνειες λέξεις της γλώσσας μας προέρχονται από τα γαλλικά. Αυτό συνέβη επειδή η δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 συνέπεσε με την κυριαρχία της Γαλλικής σε διεθνές επίπεδο. Τα χρόνια που ακολούθησαν έγινε η δεύτερη γλώσσα των μορφωμένων, η μοναδική ξένη γλώσσα που διδασκόταν στα σχολεία μας μέχρι και τη δεκαετία του 1950 και η «γλώσσα των σαλονιών», η γλώσσα δηλαδή που προσέδιδε κύρος σε όσους τη μιλούσαν.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες μείωσαν την κυριαρχία της Γαλλικής, οπότε άρχισε να μειώνεται και η επίδρασή της στα ελληνικά. Είχε έρθει η ώρα των αγγλικών...


► ΦΑΓΗΤΟ

  • απεριτίφ apéritif (= ορεκτικό) < μεσαιωνικό γαλλικό aperitivus < λατινικό aperio (= ανοίγω)
  • γκαρσόν / γκαρσόνι garçon (= αγόρι)
  • γκοφρέτα gaufrette
  • γραβιέρα gruyère, από το όνομα της ελβετικής περιοχής Gruyère
  • ζαμπόν jambon (= χοιρομέρι)
  • ζελέ gelée < geler (= παγώνω)
  • κουβέρ couvert < λατινικό coopertus (= σκεπασμένος)
  • κουβερτούρα couverture < λατινικό coopertura (= σκεπασμένη)
  • κρέπα crêpe < λατινικό crispus (= σγουρός, τραχύς)
  • κροκέτα croquette < croquet (= κριτσανίζω, μασουλώ)
  • κρουασάν croissant (= γλύκισμα) < croissant (= μισοφέγγαρο)
  • μαγιονέζα mayonnaise
  • μενού menu (= μικρός, λεπτομερής) < λατινικό minutus (= μικρός, λεπτός) < minu­o (= ελαττώνω, συγκόπτω)
  • μπεσαμέλ béchamel, από το όνομα του Γάλλου χρηματιστή Μπεσαμέλ που την επινόησε
  • μπιφτέκι bifteck < αγγλικό beef steak (= φέτα βοδινού κρέατος)
  • ομελέτα omelette < αρχαίο γαλλικό omelette ή alumelle (= μικρή λάμα) < λατινικό la­mella (= μικρό μεταλλικό πιάτο)
  • ορντέβρ hors-d’-oeuvre (= τα εκτός του κυρίως γεύματος) < hors (= εκτός) + oeuvre (= έργο)
  • παρμεζάνα parmesan, από το όνομα της ιταλικής πόλης Πάρμα
  • πικνίκ pique-nique < piquer (= κεντώ) + nique (= άχρηστο πράγμα)
  • πουρές purée < αρχαίο γαλλικό purer (= καθαρίζω, στραγγίζω λαχανικά) < λατινικό puro (= καθαρίζω)

purée

  • πουρμπουάρ pourboire (= φιλοδώρημα) < pour boire (= για να πιεις)
  • ρεστοράν restaurant < restaurer < λατινικό restauro (= ανακαινίζω, ανανεώνω)
  • ροκφόρ roquefort, από το όνομα της γαλλικής περιοχής Roquefort
  • σαγκουίνι sanguine (= αιματώδης)
  • σαντιγί chantilly, από το όνομα της περιοχής Chantilly στη Γαλλία όπου παρασκευάστηκε για πρώτη φορά
  • σερβίρω servir < λατινικό servio (= υπηρετώ)
  • σεφ chef (= αρχηγός) < λατινικό caput (= κεφαλή)
  • σοτάρω sauter (= τσιγαρίζω)
  • σουφλέ souffle < souffler (= φυσώ, φουσκώνω)
  • σπεσιαλιτέ spécialité (= ειδικότητα)
  • τάρτα tarte
  • τρούφα truffe < λατινικό tuber (= εξόγκωμα)
  • φρικασέ fricassée (= τηγανητό κρέας με βούτυρο μέσα σε σάλτσα)
  • φρουί γλασέ fruit glacé < fruit (= φρούτο) + glacé (= παγωμένο)

► ΣΠΙΤΙ

  • αμπαζούρ abat-jour (= κάλυμμα λάμπας)
  • ασανσέρ ascenseur
  • ασπιρίνη aspirine
  • ατελιέ atelier (= εργαστήριο)
  • γκαράζ garage < garer (= βάζω σε σταθμό, υποστεγάζω)
  • γκαρσονιέρα garçonnière < garçon (= αγόρι)
  • καλοριφέρ calorifere < λατινικό calor (= θερμότητα) + λατινικό fero (= φέρνω)
  • καφές café < τουρκικό kahve < αραβικό qahwah
  • καφετιέρα cafetière
  • μαρμίτα marmite (= χύτρα, λέβητας)
  • μεζονέτα maisonnette < maison (= σπίτι)
  • μοκέτα moquette (= είδος χαλιού)
  • μπετόνι bidon < σκανδιναβικό bida (= δοχείο)
  • μπιμπελό bibelot
  • μπιμπερό biberon < λατινικό bi­bo (= πίνω)

biberon

  • μπολ bol < αγγλικό bowl
  • μπουφές buffet
  • μπρελόκ breloque
  • ναφθαλίνη naphtaline < ελληνικό νάφθα < περσικό naft
  • ντους douche < ιταλικό doccia < docciare (= αναβλύζω, ρέω ορμητικά) < doccia (σωλήνας νερού)
  • παρκέ parquet < parc (= πάρκο, μάντρα)
  • πορτατίφ portatif
  • ρετιρέ retire (= απομονωμένος, μοναχικός) < retirer (= αποχωρώ, απομακρύνομαι)
  • ρολό rouleau (= κύλινδρος) < rouler (= περιστρέφω, κυλώ)
  • ρουμπινές robinet (= κρουνός)
  • σαλόνι salon < ιταλικό salone < sala
  • σεζλόγκ chaise longue < chaise (= καρέκλα) + longue (= μακρύς)
  • σιρόπι sirop (= ηδύποτο) < αραβικό sharab (= ποτό, χυμός, σιρόπι)
  • σιφονιέρα chiffonnier < chiffon (= κουρέλι)
  • σκαμπό escabeau < λατινικό scabellum (= μικρό σκαμνί)
  • σουβενίρ souvenir (= ενθύμιο)
  • σοφίτα soffite < ιταλικό soffitto
  • ταλκ talc < ισπανικό talque < αραβικό talq
  • τάπα tape
  • τιρμπουσόν tire-bouchon < tirer (= τραβώ) + bouchon (= πώμα)
  • τουαλέτα toilette (= καλλωπισμός, έπιπλο καλλωπισμού) < toile (= πανί)
  • φριτέζα friteuse (= σκεύος για τηγάνισμα)

► ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ

  • κομπρεσέρ compresseur < compresser < λατινικό compresso (= συμπιέζω)


compresseur

  • ματ (υλικό) mat < λατινικό mattus (= θαμπός)
  • μπαλαντέζα baladeuse, θηλυκό του baladeur (= περιφερόμενος)
  • μπετόν béton < λατινικό bitumen (= άσφαλτος)
  • ντουί douille
  • πένσα pince
  • πινέζα punaise (= κοριός)
  • πλεξιγκλάς plexiglas
  • πρίζα prise (= λήψη) < prendre (= παίρνω)

► ΣΩΜΑ

  • κράμπα crampe (= σύσπαση) < γερμανικό Krampf
  • μούσι mouche < λατινικό musca (= μύγα)
  • μπούκλα boucle < λατινικό buccula < bucca (= μάγουλο)
  • σιλουέτα silhouette, από το όνομα του Etienne de Silhouette που είχε διακοσμήσει τους τοίχους του σπιτιού του με περιγράμματα μορφών
  • τατουάζ tatouage < αγγλικό tatoo (= δερματοστιξία)
  • φαβορίτα favorite < ιταλικό favorire (= ευνοώ, βοηθώ)

► ΕΝΔΥΣΗ

  • αγκράφα agrafe
  • αξεσουάρ accesoire
  • γάντι gant < αρχαίο γερμανικό want
  • δαντέλα dentelle
  • εμπριμέ imprimé (= έντυπο σταμπτωτό ύφασμα)
  • ζακέτα jaquette < jaque < αραβικό shakk
  • καρό carreau (= τετράγωνο)
  • κασκόλ cachecol < cacher (= κρύβω) + col (= λαιμός)
  • κομπινεζόν combinaison (= συνδυασμός)
  • κορσές corset < corps (= σώμα)
  • κοτλέ cotele
  • μαγιό maillot (= φασκιές)
  • μοδίστρα modiste < mode (= μόδα)
  • μπερές béret
  • μπέρτα berthe
  • μπιζού bijoux < βενετικό bizou (= κρίκος, δαχτυλίδι)
  • μπλούζα blouse
  • μπότα botte
  • μπουφάν bouffant, μετοχή του bouf­fer (= φυσώ, φουσκώνω)


bouffant

  • ντεκολτέ décolleté (= έξωμος) < dé­col­leter (= απογυμνώνω τους ώμους)
  • παπιγιόν papillon (= πεταλούδα) < λατινικό papilio (= ζωύφιο, πεταλουδίτσα)
  • πατρόν patron (= υπόδειγμα, αποτύπωμα, σχέδιο πάνω σε χαρτί)
  • πουά point (= σημείο, τελεία, στίγμα)
  • σαμπό sabot < savate (= παλιό, φθαρμένο παπούτσι)
  • σοσόνι chausson (= παντόφλα) < λατινικό calceus (= παπούτσι)
  • σουτιέν soutien (= υποστήριγμα)
  • ταγέρ tailleur (= ράφτης, γυναικείο ένδυμα)
  • τούλι tulle, από το όνομα της πόλης Tulle στην κεντρική Γαλλία όπου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά
  • φερμουάρ fermoir < fermer (= στερεώνω, ασφαλίζω)
  • φο μπιζού faux bijoux
  • φουλάρι foulard < προβηγκιανό foulat (= είδος υφάσματος)
  • φράκο frac < αγγλικό frock

► ΟΜΟΡΦΙΑ

  • κοκέτα <κοκέτης < coquet < coqueter (= κοκορεύομαι)
  • κολόνια < eau de Cologne (= νερό της Κολωνίας), από το γαλλικό όνομα Cologne της γερμανικής πόλης Κολωνία
  • κραγιόν crayon

crayon

  • λακ laque < λατινικό lacca < αραβικό lakk
  • λοσιόν lotion < λατινικό lotion (= πλύση)
  • μακιγιάζ maquillage
  • μανεκέν mannequin < ολλανδικό mannekijn (= ανθρωπάκι)
  • μανικιούρ manicure < λατινικό manus (= χέρι) + curo (= φροντίζω)
  • μασάζ massage < masser (= τρίβω) < αραβικό massa (= χαϊδεύω, τρίβω)
  • ντεμακιγιάζ demaquillage < demaquiller (= αφαιρώ το μακιγιάζ)
  • ντεμοντέ démodé (= απαρχαιωμένος, έξω από τη μόδα) < démoder (= δεν ακολουθώ τη μόδα)
  • πασαρέλα passerelle < passer (= περνώ)
  • πεντικιούρ pédicure < λατινικό pes,-dis (= πόδι) + curo (= φροντίζω)
  • περμανάντ permanente, από τη φράση permanente ondulation (= διαρκής κυματισμός, μόνιμο κατσάρωμα)
  • πούδρα poudre < λατινικό pulvis (= σκόνη)
  • ρουζ rouge < λατινικό rubens (= κόκκινος)
  • σεσουάρ sechoir < λατινικό siccus (= ξηρός)
  • σικ chic (= κομψότητα, χάρη, φινέτσα) < γερμανικό Schick

► ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

  • βιτρίνα vitrine (= προθήκη) < vitre (= τζάμι)
  • ράμπα rampe < ramper (= έρπω, σέρνομαι με την κοιλιά)
  • φέιγ βολάν feuille volante (= φύλλο που πετά, πετούμενο)

► ΣΧΟΛΕΙΟ

  • ακουαρέλα aquarelle < ιταλικό acquarella (= νερομπογιά) < acqua (= νερό)
  • κολέγιο collège < λατινικό collegium
  • μαρς marche, προστακτική του ρήματος marcher (= προχωρώ, βαδίζω)
  • μπλοκ blok < αρχαίο γερμανικό bloc ή bloch < ολλανδικό bloc (= κούτσουρο, κορμός δέντρου)

blok

  • ντοσιέ dossier (= φάκελος εγγράφων) < dos (= ράχη, νώτα) < λατινικό dorsum (= ράχη, νώτα)

► ΧΡΩΜΑΤΑ

  • γκρενά grenat < λατινικό granatum (= ρόδι)
  • γκρι gris (= φαιός)
  • κρεμ crème
  • μοβ mauve < λατινικό malva (= μολόχα)
  • μπεζ beige (= αβαφής) < ιταλικό bigio (= γκρίζο)
  • μπλε bleu < φραγκικό blao
  • μπλε μαρέν bleu marine (= μπλε της θάλασσας)
  • μπορντό bordeaux, από το χρώμα του κρασιού που παράγεται στη γαλλική πόλη Bordeaux
  • παστέλ pastel < ιταλικό pastello < pasta
  • ροζ rose < λατινικό rosa (= ρόδο)
  • σιελ ciel (= ουρανός, γαλανός) < λατινικό caelum (= ουρανός)
  • χακί kaki, λέξη ινδικής προέλευσης που σημαίνει «χρώμα της σκόνης»

► ΖΩΑ

  • αντιλόπη antilope
  • γαζέλα gazelle < αραβικό ghazal
  • ζούγκλα jungle < ινδικό djangala
  • κανίς caniche
  • κορμοράνος cormoran < λατινικό corvus (= κοράκι) + marinus (= θαλάσσιος)
  • λάσο lasso < ισπανικό lazo
  • μαμούθ mammouth < ρωσικό mamont < μογγολικό mamont (= ζώο του υπεδάφους)
  • πεκινουά pékinois, από το όνομα της κινεζικής πόλης Πεκίνο
  • τερμίτης termite < λατινικό termes,-itis (= τερηδόνα)

► ΦΥΤΑ

  • γκαζόν gazon < φράγκικο waso
  • καμέλια camélia, από το όνομα του μοναχού Camelli που έφερε το φυτό από την τροπική Ασία τον 17ο αι.
  • μπουκέτο bouquet


bouquet

  • πανσές pensée (= σκέψη, ενθύμηση), επειδή θεωρείται σύμβολο ευχάριστων αναμνήσεων
  • παρτέρι parterre < par terre (= πάνω στη γη)
  • τουλίπα tulipe < τουρκικό tulbend

► ΧΡΟΝΟΣ

  • τικ τακ tic-tac (ονοματοποιία)

► ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

  • σκι ski < αρχαίο νορβηγικό skith (= κομμάτι ξύλου)
  • μπαράζ barrage (= φράγμα) < barrer (= φράζω) < λατινικό barra
  • μποξέρ boxeur < box (= πυγμαχία)
  • ρεβάνς revanche (= ανταπόδοση, αντεκδίκηση)
  • ρεκόρ record (= επίδοση) < αγγλικό record < λατινικό recordor (= θυμάμαι, αναλογίζομαι)
  • σπορ sport (= αθλητισμός)
  • τουρνουά tournoi < tournoyer (= περιφέρομαι, περιπλανώμαι)
  • φαβορί favori (= αγαπητός, προσφιλής) < λατινικό favor (= εύνοια)
  • φιλές filet (= δίχτυ, πλέγμα)
  • φιναλίστ finaliste

► ΧΡΗΜΑ

  • γκισέ guichet
  • καριέρα carrière
  • καρνέ carnet
  • κομπίνα combine, συγκεκομμένος τύπος του combination (= συνδυασμός)
  • πλαφόν plafond (= οροφή)
  • πριμ prime (= βραβείο, έπαθλο) < λατινικό praemium (= βραβείο)

► ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

  • αλέ ρετούρ aller-retour (= μεταβίβαση και επιστροφή)
  • αμορτισέρ amortisseur
  • αμπραγιάζ embrayage (= συμπλέκτης)
  • βενζίνη benzine
  • βουλκανιζατέρ vulcanisateur < αγγλικό vulcanize < λατινικό Vulcanus (= Ήφαιστος, φωτιά)
  • γκάζι gaz
  • γρανάζι engrenage
  • καραμπόλα carambole (= η κόκκινη σφαίρα του μπιλιάρδου) < ισπανικό carambola (= καρπός του δέντρου carambil της Μαλαισίας που μοιάζει με πορτοκάλι)
  • κοντέρ compteur (= μετρητής)
  • λεβιές levier < lever (= υψώνω) < λατινικό levare (= σηκώνω)
  • λιμουζίνα limousine, από το όνομα της γαλλικής επαρχίας Limousin όπου βρίσκεται το εργοστάσιο κατασκευής των ομώνυμων αυτοκινήτων
  • μαρσάρω marcher (= προχωρώ, βαδίζω)
  • μοτέρ moteur < λατινικό motor (= κινητής) < movere (= κινώ)
  • μοτοσικλέτα motocyclette < moteur (= κινητήρας) + bicyclette (= ποδήλατο)
  • μπετονιέρα bétonnière


bétonnière

  • μπουζί bougie
  • μπουλόνι boulon < boule (= μεταλλική σφαίρα) < λατινικό bul­la (= σφαιρικό αντικείμενο)
  • ντεμπραγιάζ debrayage < de­brayer (= αποσυνδέω)
  • οτοστόπ auto-stop
  • παρμπρίζ pare-brise < parer (= αποκρούω, αποφεύγω) + brise (= αύρα, άνεμος)
  • πιστόνι piston (= έμβολο)
  • πορτμπαγκάζ porte-ba­ga­ges < porter (= φέρνω) + ba­gage (= αποσκευή)
  • ρεζερβουάρ reservoir < re­ser­ver < λατινικό reservo (= διατηρώ, αποταμιεύω)
  • ρελαντί ralenti < ralentir (= επιβραδύνω)
  • σακβουαγιάζ sac de voyage
  • σαμπρέλα chambre à air
  • σασί châssis (= πλαίσιο)
  • σοφέρ chauffeur < chauffer (= θερμαίνω, ανάβω τη μηχανή)
  • ταμπλό tableau < λατινικό tabula
  • τούνελ tunnel (= σήραγγα)
  • τρακτέρ tracteur < λατινικό tractus (= ελκόμενος, συρόμενος)
  • τραμ tram < αγγλικό tram-way
  • φρένο frein (= τροχοπέδη) < λατινικό frenum (= χαλινάρι)

► ΘΑΛΑΣΣΑ

  • κανό canot < ισπανικό canoa < αραουακικό canoa
  • κρουαζιέρα croisiere < croiser (= περιπλέω) < croix (= σταυρός)
  • πιρόγα pirogue < ισπανικό piragua, από καραϊβικό ιδίωμα
  • τορπίλη torpille < λατινικό torpedo (= νάρκη) < torpeo (= ναρκώνω)
  • τουρμπίνα turbine < λατινικό turbo,-inis (= στρόβιλος, δίνη)

► ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

  • ακορντεόν accordéon
  • κλακέτα claquette

► ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

  • ατραξιόν attraction
  • βαλς valse < γερμανικό Walzer
  • γκαλερί galerie
  • καλαμπούρι calembour
  • καμπαρέ cabaret
  • καρναβάλι carneval < ιταλικό carnevale
  • καρτ ποστάλ carte postale
  • κομφετί confetti < ιταλικό confetti, πληθυντικός του confetto
  • κομφόρ confort < conforter < λατινικό conforto (= ενισχύω)
  • κονσόλα console
  • μαριονέτα marionnette (αρχικά σήμαινε μικρό άγαλμα της Παρθένου Μαρίας)
  • μπαλόνι ballon (= ελαστική σφαίρα)


ballon

  • μπουάτ boite, από τη φράση boite de nuit (= νυχτερινό κέντρο)
  • ντεμπούτο début < débuter
  • ντοκιμαντέρ documentaire (= αποδεικτικός) < do­cu­ment
  • ντουμπλάρω doubler (= διπλασιάζω, φοδράρω) < double (= διπλός) < λατινικό duplus (= διπλός, διπλάσιος)
  • πανσιόν pension (= οικοτροφείο) < λατινικό pen­si­o (= μισθός, πληρωμή)
  • πατινάζ patinage (= παγοδρομία)
  • πατίνι patin < patte (= πόδι)
  • πιερότος pierrot < Pierre (= Πέτρος)
  • πιόνι pion (= πεζός στρατιώτης)
  • πιρουέτα pirouette
  • πίστα piste < λατινικό pisto (= κοπανίζω)
  • ποτ πουρί pot-pourri (= φαγητό με διάφορα είδη κρέατος)
  • πρεμιέρα premiere (= πρώτη παράσταση) < λατινικό primarius (= πρωτεύων)
  • ρεβεγιόν réveillon < réveiller (= ξυπνώ)
  • ρεσεψιόν réception (= λήψη, υποδοχή)
  • ρεφρέν refrain (= επωδός) < refraindre (= τσακίζω)
  • ρόλος rôle < λατινικό rotulus (= κύλινδρος)
  • σερπαντίνα serpentin < λατινικό serpentinus < serpens (= φίδι) < serpo (= έρπω)
  • σολφέζ solfège < ιταλικό solfeggio, από τις νότες σολ και φα
  • σουίτα suite
  • σουξέ succès (= επιτυχία) < λατινικό successus
  • τουρισμός tourisme < tour (= γύρος)
  • τουρνέ tournée (= περιοδεία) < tourner (= γυρίζω, περιφέρομαι)
  • τραλαλά tralala (ονοματοποιία)
  • φεστιβάλ festival < λατινικό festum (= γιορτή)
  • φραπέ frappé (= χτυπημένος)

► ΠΟΤΑ

  • κονιάκ cognac, από το όνομα της πόλης Cognac όπου πρωτοπαρασκευάστηκε τον 16ο αι.
  • λικέρ liquer < λατινικό liquor (= υγρό)
  • σαμπάνια champagne, από το όνομα της περιοχής Champagne (Καμπανία) στη Γαλλία όπου παρασκευάστηκε για πρώτη φορά

► ΕΡΩΤΑΣ

  • αγκαζέ engage (= δεσμευμένος)
  • ραντεβού rendez-vous

rendez-vous

  • σεξ sexe < λατινικό sexus (= γένος, φύλο)
  • τετ α τετ tête-à-tête (= κεφάλι με κεφάλι) < tête (= κεφάλι)

► ΑΝΘΡΩΠΟΙ

  • βαρόνος baron < λατινικό baro (= άνθρωπος του βασιλιά)
  • γκρουπ groupe
  • εξπέρ expert < λατινικό expertus
  • κανίβαλος cannibale < ισπανικό canibal ή caribal < αραουακικό caniba ή carib (= γενναίος, δυνατός άντρας)
  • μαντάμ madame < ma + dame (= κυρία μου)
  • μετρ maître (= κύριος, ιδιοκτήτης, δεξιοτέχνης)
  • οπερατέρ operateur < operer < λατινικό operor (= εργάζομαι, φτιάχνω)
  • παρτενέρ partenaire < αγγλικό partner
  • πλασιέ placier (= αυτός που προμηθεύει εμπορεύματα)
  • φαντομάς fantôme (= φάντασμα)
  • φαρσέρ farseur (= αστείος, απατεώνας)

► ΑΛΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

  • αμπαλάζ emballage (= συσκευασία)
  • αμπούλα ampoule
  • ανφάς en face
  • ασορτί assorti
  • ατού atout < πρόθεση a + tout (= όλο)
  • βαλές valet
  • βιτριόλι vitriol
  • γκάφα gaffe
  • γρίπη grippe < gripper (= αρπάζω)
  • εβαπορέ évaporé
  • εγωισμός égoïsme < λατινικό ego
  • ένστικτο instinct < λατινικό instinctus < instinguo (= κεντρίζω, παρορμώ κάποιον)
  • εφέ effet (= αποτέλεσμα)
  • ζενίθ zenith < αραβικό semt
  • ζικ ζακ zig-zag (= οχυρωματικό χαντάκι γύρω από τα τείχη σε σχήμα τεθλασμένης ευθείας)
  • ιλουστρασιόν illustration
  • καμουφλάζ camouflage


camouflage

  • καμπάνια campagne (= εκστρατεία)
  • καουτσούκ caoutchouc < καραϊβικό cahuchu
  • καρμπόν carbone
  • κλίκα clique < cliquer (= χειροκροτώ)
  • κλου clou
  • κομπλέ complet (= πλήρης)
  • κουπόνι coupon < cou­per (= κόβω, τέμνω)
  • λανσάρω lancer < λατινικό lanceare (= χρησιμοποιώ τη λόγχη)
  • λεζάντα légende < λατινικό legenda (= ανάγνωσμα)
  • λιγνίτης lignite < λατινικό lignum (= ξύλο)
  • λουξ luxe < λατινικό luxus (= πολυτέλεια)
  • μακάβριος macabre
  • μοντάζ montage < monter (= συνδέω, συνθέτω) < λατινικό mons (= βουνό, σωρός)
  • μοντελισμός modelisme < modele (= πρότυπο, μοντέλο)
  • μουσώνας mousson < αραβικό mausim (= εποχή)
  • μπαλαντέρ baladeur (= αυτός που περιφέρεται)
  • μπανάλ banal < ban (= διακήρυξη, δημόσια πρόσκληση)
  • μποϊκοτάζ boycottage > αγγλικό boycott, από το όνομα του Άγγλου κτηματία James Boycott που οι καλλιεργητές του αρνήθηκαν οποιαδήποτε υπηρεσία
  • μπούρδα bourde (= φλυαρία, ψεύδος)
  • νορμάλ normal
  • ντεκόρ décor < décorer (= διακοσμώ) < λατινικό decoro (= κοσμώ) < decus (= στολίδι)
  • ντεφορμέ déformer (= παραμορφώνω, αλλάζω σχήμα) < λατινικό deformo (= ατιμάζω, χαλώ τη μορφή)
  • οβάλ ovale < λατινικό ovum (= αβγό)
  • οβίδα obus < γερμανικό Haubitze (= ολμοβόλο)
  • παραβάν paravent (= αλεξήνεμο) < vent (= άνεμος)


paravent

  • παστεριώνω pasteurisé, από το όνομα του Pasteur
  • πλακέ plaqué (= πεπλατυσμένος)
  • πλακέτα plaquette (= μικρή πλάκα, αναμνηστικό μετάλλιο)
  • πλάνο plan (= σχέδιο) < λατινικό planus (= ομαλός, επίπεδος)
  • πλασάρω placer (= τοποθετώ, πουλώ για λογαριασμό άλλων)
  • πορτρέτο portrait < portraire (= εικονογραφώ)
  • πρέφα préférence (= προτίμηση, είδος χαρτοπαιγνίου)
  • προφίλ profil < ιταλικό profilo < profilare (= σχεδιάζω την πλάγια όψη προσώπου)
  • ρεζερβέ réservé < réserver < λατινικό reservo (= διατηρώ, αποταμιεύω)
  • ρεκλάμα réclame (= έντυπη διαφήμιση) < réclamer (= απαιτώ, επικαλούμαι)
  • ρελάνς relance (= νέα ώθηση)
  • ρεπό repos (= παύση εργασίας) < reposer (= ησυχάζω, αναπαύομαι)
  • ρεπορτάζ reportage < report (= αναφέρω, εκθέτω)
  • ρετουσάρω retoucher (= άπτομαι, αγγίζω)
  • ρετρό rétro < λατινικό retro (= πίσω)
  • ρουλέτα roulette < αρχαίο γαλλικό roelete < λατινικό roda
  • ρουμπίνι rubin < λατινικό rubens (= κόκκινος)
  • ρουτίνα routine (= έξη, συνήθεια) < route (= δρόμος, οδός)
  • σαβουάρ βιβρ savoir-vivre (= γνώση καλής συμπεριφοράς)
  • σαμποτάζ sabotage (= τρύπημα σιδηρογραμμών, δολιοφθορά)
  • σαμποτάρω saboter (= κάνω θόρυβο με τα τρόκανα, ενεργώ γρήγορα και βιαστικά, κακομεταχειρίζομαι, βλάπτω)
  • σεζόν saison (= εποχή) < λατινικό satio,-⁠onis (= σπορά)
  • σερβιέτα serviette (= πετσέτα) < servir (= υπηρετώ)
  • σερί série (= σειρά)
  • σικέ chiqué (= προσποίηση) < chic
  • σκαμπίλι brusquembille (= χαστούκι, είδος χαρτοπαιγνίου)
  • σοκ choc
  • στατιστική statistique < λατινικό status (= κατάσταση)
  • στιλ style < λατινικό stilus (= ραβδί, αιχμηρό εργαλείο με το οποίο έγραφαν στις κέρινες πινακίδες)
  • τακτ tact < λατινικό tactus (= άγγιγμα) < tango (= αγγίζω)
  • τικ tic (ονοματοποιία)
  • τόνος (μέτρο βάρους) tonne
  • τουπέ toupet (= θρασύτητα)
  • τρακ trac (= φόβος)
  • τρενάρω trainer (= σέρνω, έλκω, παρατείνω)
  • τρικ truc (= επιτηδειότητα, τέχνη), λέξη προβηγκιανής προέλευσης
  • φιξάρω < φιξ < fixe (= ορισμένος) < λατινικό fixus (= στερεωμένος, μπηγμένος)
  • φλου flou (= με χάρη, με αβρότητα)

ΕΙΚΟΝΕΣ: lacuisinedeschefs.overblog.com, bestprice.gr, gz.diarioliberdade.org, maleraffine.com, justgiving.com, websupplies.gr, sweeneysflorist.co.uk, gye-sh.com.ar, istockphoto.com, podilato98.blogspot.com (από thevine.com.au), artwolfe.com, protothema.gr


25 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από τα τουρκικά

Η μακραίωνη συμβίωση με τους Τούρκους είχε συνέπειες και στη γλώσσα μας. Τα δάνεια είναι πολλά και καλύπτουν διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής. Ας τα γνωρίσουμε:

► ΦΑΓΗΤΟ

  • γιαούρτι yoğurt
  • γιαρμάς yarma < yarmak (= σκίζω, χωρίζω στα δύο)
  • γιουβαρλάκια yuvarlak (= σφαιρικός)
  • γιουβέτσι guvez
  • καϊμάκι kaymak (= κρέμα)
  • κανταΐφι kadayif
  • καρπούζι karpuz
  • κασέρι kaser
  • κεμπάπ kebap (= ψητός)
  • κεφτές köfte
  • κιμάς kıyma
  • κουραμπιές kurabiye
  • λαπάς lapa (= πολτός)
  • λουκουμάς lokma
  • λουκούμι locum
  • μαγιά maya (= προζύμι)
  • μεζές meze (= ορεκτικό)
  • μουσακάς musakka


musakka

  • μπαγιάτικος bayat
  • μπακλαβάς baklava
  • μπάμια bamya
  • μπαχάρι bahar (= άρωμα)
  • μπουγάτσα bogaca < ιταλικό focaccia (= γλύκισμα)
  • μπουρέκι börek
  • μπριάμ biriam
  • ντολμάς dolma (= γεμιστός)
  • παντζάρι pancar (= τεύτλο)
  • πετιμέζι pekmez
  • πιλάφι pilav
  • ταραμάς tarama
  • τζατζίκι cacık
  • τουλούμπα tulumba
  • τουρλού türlü (= τα διάφορα)
  • τουρσί turşu
  • τσουρέκι çörek
  • φιρίκι ferik
  • φραντζόλα francala (= λευκός άρτος)


francala

  • χαβιάρι havyar
  • χαλβάς halva

► ΣΠΙΤΙ

  • αχούρι ahir < περσικό achur
  • καζάνι kazan (= λέβητας)
  • καπάκι kapak
  • κεσές kese
  • κιόσκι köşk (= περίπτερο)
  • κουβάς kova (= κάδος)
  • λούκι oluk
  • μπρίκι ibrik
  • ντενεκές teneke
  • ντιβάνι divan < περσικό diwan (= λογιστικό βιβλίο)
  • ντουβάρι duvar (= τοίχος)
  • ντουλάπι dolap (= ερμάριο)
  • παντζούρι pancur
  • ράφι raf
  • σεντούκι sandık (= κιβώτιο)
  • σόμπα soba (= θερμάστρα)
  • ταβάνι tavan
  • ταψί tepsi (= δίσκος)


tepsi

  • τέντζερης tencere
  • τζάκι < οτζάκι < ocak (= εστία)
  • τζάμι cam
  • τσουβάλι çuval (= σάκος)
  • φαράσι faras
  • φλιτζάνι filcan
  • χαλί hali (= τάπητας)
  • χάπι hap

► ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ

  • γιαπί yapı
  • κασμάς kazma
  • μερεμέτι meremet
  • μουσαμάς müsemma
  • μπογιά boya (= χρώμα)
  • μπογιατζής boyaci


boyaci

  • μπογιατίζω boyadım < boyamak
  • μπουρί boru (= σωλήνας)
  • νέφτι neft < περσικό naft
  • σοβάς siva
  • σοβατζής sivaci

► ΣΩΜΑ

  • μπόι boy (= ανάστημα)
  • μπούτι but
  • σουλούπι üslup (= τρόπος)
  • τσουλούφι zülüf

► ΕΝΔΥΣΗ

  • γιακάς yaka (= περιλαίμιο)
  • λεκές leke
  • μπατζάκι bacak (= μηρός)
  • μπουρνούζι burnuz < αραβικό burnus
  • παπούτσι papuç (λέξη αραβικής προέλευσης)

papuç

  • τσαρούχι carik (= σανδάλι, υπόδημα)
  • τσέπη cep

► ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

  • καφάσι kafes
  • καφενές kahvehane < kahve (= καφές) + hane (= σπίτι)
  • καφετζής kahveci
  • μανάβης manav
  • μπακάλης bakkal
  • νταμάρι damar (= φλέβα πετρώματος ή μετάλλου)
  • ντελάλης / τελάλης tellal (= δημόσιος κήρυκας)
  • παζάρι pazar (= αγορά)
  • σιντριβάνι şadırvan
  • χασάπης kasap (= κρεοπώλης)


kasap

► ΣΧΟΛΕΙΟ

  • τσάντα çanta (= σακίδιο)

► ΖΩΑ

  • γκέμι gem
  • καβούκι kabuk (= περικάρπιο)
  • λελέκι leylek
  • τσακάλι çakal, λέξη ινδικής προέλευσης
  • φάκα fak (= παγίδα)

► ΦΥΤΑ

  • γιασεμί yasemin < περσικό jasamin
  • μενεξές menekşe (= βιολέτα)


menekşe

  • μπαξές bahçe (= κήπος)
  • μποστάνι bostan (= λαχανόκηπος)

► ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

  • τόπι top (= σφαίρα)

► ΧΡΗΜΑ

  • κουβαρντάς hovarda (= άσωτος, σπάταλος)
  • παράς para
  • ρουσφέτι rüşvet (= δωροδοκία)
  • τζάμπα caba (= δωρεάν)
  • τσιγκούνης cingane (= Τσιγγάνος)
  • τσιφούτης çıfıt (= Εβραίος)
  • χαρτζιλίκι harçlık (= πρόχειρα χρήματα τσέπης)

► ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

  • αλάνα alan (= πέρασμα μέσα στο δάσος)
  • καλντερίμι kaldırım
  • νταλίκα talika
  • σοκάκι sokak (= δρόμος)

► ΘΑΛΑΣΣΑ

  • αμπάρι ambar (= αποθήκη)
  • καΐκι kayık


kayık

  • μαούνα mavuna ή mauna
  • μελτέμι meltem (= αεράκι)

► ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

  • μπαγλαμάς bağlama
  • μπουζούκι buzuk
  • νταούλι davul (= τύμπανο)
  • ντέφι tef

► ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

  • γλεντζές eğlence
  • γλεντώ eğlenmek (= διασκεδάζω)
  • ζεϊμπέκικο < ζεϊμπέκης < zeybek
  • Καραγκιόζης karagöz (= μαυρομάτης)


Karagöz

  • κέφι keyif (= ευθυμία)
  • νταβαντούρι tevatür (= παρουσία πολλών μαρτύρων στο δικαστήριο)
  • ντόρτια dort (= τέσσερα)
  • χαβαλές havale

► ΠΟΤΑ

  • ρακί / ρακή rakı < ινδικό arrak (= οινόπνευμα από ρύζι)

► ΕΡΩΤΑΣ

  • νάζι naz
  • ντέρτι dert (= καημός, ταλαιπωρία)

► ΑΝΘΡΩΠΟΙ

  • ατζαμής acemi (= αδέξιος)
  • γουρλής uğurlu (= τυχερός)
  • γρουσούζης ugursuz
  • εργένης ergen (= έφηβος)
  • καβγατζής kavgaci
  • λεβέντης levend < ιταλικό leventi (= σώμα τουφεκιοφόρων ναυτών)
  • μερακλής merakli
  • μουσαφίρης misafir (= επισκέπτης, φιλοξενούμενος)
  • μπαμπάς baba (= πατέρας)
  • μπατζανάκης bacanak (= σύγγαμβρος)
  • μπεκρής bekri (= πότης)
  • μπεμπέκα bebek
  • μπουλούκος bolluk (= μέγεθος, πλήθος)
  • μπουνταλάς budala (= ανόητος)
  • νταής dayı (= θείος από τη μεριά της μητέρας)
  • νταντά dada
  • σαΐνι şahin (= γεράκι)
  • σακάτης sakat (= ανάπηρος)
  • σόι soy
  • τεμπέλης tembel (= οκνηρός)


tembel

  • τσαχπίνης çapkin (= αχρείος, άσωτος)
  • τσοπάνης çoban (= βοσκός)
  • φουκαράς fukara (= φτωχός)

► ΑΛΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

  • αγιάζι ayaz
  • αλισβερίσι alışveriş (= πάρε δώσε)
  • αμάν aman
  • ασκέρι asker (= στρατιώτης, σώμα στρατού)
  • άχτι ahd (= υποχρέωση, υπόσχεση)
  • Βαλκάνια balkan (= ψηλή και δασώδης οροσειρά)
  • γούρι uğur (= τύχη)
  • ζόρι zor (= δυσκολία)
  • καβγάς kavga
  • καβουρδίζω kavurdim < kavurmak
  • κελεπούρι kelepir
  • κοτζάμ kocam, συγκεκομμένος τύπος του kocaman (= πολύ μεγάλος, πελώριος)
  • μαράζι maraz
  • μαραφέτι marifet
  • μαρκούτσι marpuc
  • μεράκι merak
  • μπαγλαρώνω bagladim < baglamak (= δένω)
  • μπελαλίδικος belali (= επικίνδυνος)
  • μπελάς bela (= συμφορά)
  • μπερντάκι perdah
  • μπιτ bit
  • μπόλικος bol (= άφθονος)
  • μπουλούκι boluk (= συντροφιά, λόχος)
  • μπουχτίζω bıktım < bıkmak (= βαριέμαι)
  • ντάλα dal (= ακριβώς)
  • ντε de
  • ντιπ dip
  • ντουντούκα duduk (= φλογέρα)



duduk

  • ουστ ost
  • πεσκέσι peskes (= δώρο)
  • ρεζίλι rezil (= αισχρός)
  • ρούπι rup
  • σαματάς samata (= θόρυβος)
  • σαστίζω sastim < sasmak (= εκπλήσσομαι)
  • σορολόπ sorolop
  • στράφι israf (= σπατάλη)
  • ταμπλάς damla
  • τερτίπι tertip (= σχέδιο, σύστημα)
  • τζίνι cin (= πονηρό πνεύμα), λέξη αραβικής προέλευσης
  • τουλούμι tulum (= ασκός)
  • τουφέκι < τυφέκιον < tüfek
  • τσαντίζω catismak (= συγκρούομαι)
  • φιρί φιρί firil firil (= κυκλικά)
  • χαΐρι hayır (= καλό, αγαθό)
  • χαλάλι helal (= νόμιμος)
  • χάλι hal (= κατάσταση)
  • χαμπάρι haber (= είδηση)
  • χατίρι hatir (= χάρη)
  • χουζούρι huzur (= άνεση)
  • χούι huy (= έξη, συνήθεια)

ΕΙΚΟΝΕΣ: e-table.gr, newsit.gr, venusinox.gr, hidabroot.org, thenewwallet.com, lifo.gr, ameblo.jp, filiatrablog.blogspot.com, blablatoys.gr, laurenportertsi6.iobloggo.com, vallejohardtops.com


Διαβάστηκαν περισσότερο την τελευταία εβδομάδα