Το ΠΟΔήΛΑΤΟ ανανεώνεται εμφανισιακά. Σιγά σιγά προσαρμόζονται και οι παλαιότερες αναρτήσεις του. Καλό καλοκαίρι!

29 Αυγούστου 2012

Μια βόλτα για τον φίλο μου

Ένας σπουδαίος συνθέτης σ’ ένα κομμάτι που με αγγίζει από τις πρώτες νότες. Μια «βόλτα» που αφιερώνεται σ’ όλους τους φίλους του ΠΟΔήΛΑΤΟΥ, μ’ ένα ζε­στό χαμόγελο κι ένα απαλό, ανθρώπινο άγγιγμα στον ώμο. Καλημέρα σας!


ΜΟΥΣΙΚΗ Σταύρος Ξαρχάκος / ΔΙΣΚΟΣ: Χρώματα (1968)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: ορχηστρικά, ΠΟΔήΛΑΤΟ


28 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από άλλες γλώσσες


ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ

όαση wh (= καζάνι, κοίλωμα, λάκκος)
φαραώ per-aa (= ανάκτορο)

ΑΛΒΑΝΙΚΑ (ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΑ)

κοκορέτσι kokoreci
μπαμπέσης pabese
σβέρκος zverk
φλογέρα flojere

ΑΡΑΒΙΚΑ

αράπης Arab
βεδουίνος beduin
ζάρι az-zahar
κελεμπία kelebia
κουσούρι kusur
νούφαρο noufar
σαφάρι safara (= ταξίδι)
τασάκι < τάσι < tas
τσόφλι < τσέφλιν < djefl
χαντάκι < χάνταξ < khandaq

ΑΡΑΜΑΪΚΑ

Πάσχα pascha < εβραϊκό pasah (= διάβαση, πέρασμα)

ΑΦΓΑΝΙΚΑ

ρύζι vrize < ινδικό vrihi

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ

πέστροφα pusturva (= πιτσιλωτή, παρδαλή)

ΓΕΝΟΥΑΤΙΚΑ

μούρη muro

ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ

αλτ halt (= στάσου), προστακτική του ρήματος halten (= σταματώ)
πλακάτ Plakat
σνίτσελ Schnitzel (= λεπτό κομμάτι κρέατος)

ΕΒΡΑΪΚΑ

αλληλούια hallelujah (= υμνείτε τον Jah) < Jah (= ο Ιεχωβάς, ο Κύριος)
αμήν amen (= βεβαιότητα, αλήθεια, είθε) < aman (= ενισχύω, επιβεβαιώνω)
αρραβώνας erabon (= ενέχυρο)
Σάββατο sabbath < sabath (= αναπαύομαι)
ωσαννά hosi ah-na (= Κύριε Ελέησον)

ΙΣΠΑΝΙΚΑ

γιλέκο jileco < τουρκικό yelek
κακάο cacao < ινδιάνικο cacahuatl (= σπόροι του κακάου)
καπαρντίνα gabardina
μαρκαδόρος marcador


παρέα pareja
πατάτα patata < ινδιάνικο batata
σοκολάτα chocolatl < μεξικανικό chocolatl < ινδιάνικο xocoatl
τανγκό tango
χούντα junta (= ενωμένη) < λατινικό jungeo (= ενώνω)

ΜΑΛΑΪΚΑ

ουρακοτάγκος oranghutan (= άνθρωπος του δάσους) < orang (= άνθρωπος) + hu­tan (= δά­σος)

ΠΕΡΣΙΚΑ

μάγος mag

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ

κόμπρα cobra-capello < λατινικό columbra (= φίδι)
μπαμπού bambu, λέξη μαλαϊκής προέλευσης
μπανάνα banana, λέξη αφρικανικής προέλευσης

ΠΡΟΒΗΓΚΙΑΝΑ

σόλα sola < λατινικό solea (= σανδάλι)

ΡΩΣΙΚΑ

τσάι tsai, λέξη κινεζικής προέλευσης

ΣΗΜΙΤΙΚΑ

καμήλα gamal
περιστερά perah Istar (= πουλί της Αφροδίτης)
σάκος sak

ΣΛΑΒΙΚΑ

βάλτος blato
βίτσα vitsa
κόρα kora
κοτέτσι cotets
κότσια kostitsa
λούτσα luza
ρούχο ruho
σανός / σανό seno
στάνη stan

ΑΠΟ ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ

μανταρίνι mandara

ΕΙΚΟΝΕΣ: anemondixtia.blogspot.com, podilato98.blogspot.com (από rodoula.net), kotetsitv.blogspot.com





27 Αυγούστου 2012

Πού είναι τα παιδιά;

Εντάξει, είναι απαραίτητες οι ξένες γλώσσες,
αλλά δε χρειάζεται να το παρακάνουμε!


ΕΙΚΟΝΑ: Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου
(επιμέλεια: podilato98.blogspot.com)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γλώσσες, κόμικς-σκίτσα


26 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από τα αγγλικά

Ο αριθμός των γλωσσικών δανείων από τα αγγλικά αρχίζει να μεγαλώνει στις αρ­χές του ει­κο­στού αιώνα με τη διάδοση του ποδοσφαίρου και των ειδικών ό­ρων που το συ­νο­δεύ­ουν (κόρ­νερ, γκολ κτλ.).

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διεθνείς πολιτικοοικονομικές συνθήκες ο­δη­γούν στην κυ­ρι­αρ­χί­α των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δεκαετίες η Αγ­γλι­κή (κατά κύ­ρι­ο λόγο η Αγ­γλι­κή των ΗΠΑ) να αποτελεί την κύρια πηγή δανεισμού της γλώσσας μας.

Τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά, ως πιο πρόσφατα, δεν έχουν προλάβει να α­­φο­­μοι­ω­­θούν και ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες λέξεις μας.

ΦΑΓΗΤΟ

κέικ cake
κέτσαπ ketchup < μαλαϊκό kechup (= πικάντικη σάλτσα για το ψάρι)
μπάρμπεκιου barbecue (= σχά­ρα) < ισπανοαμερικανικό bar­ba­co­a
μπέικον bacon, λέξη γερ­μα­νι­κής προέλευσης
ροσμπίφ roast-beaf (= ψη­μέ­νο βοδινό)
σάντουιτς sandwich, από το ό­νο­μα του Άγγλου διπλωμάτη John Montagu, 4ου κό­μη της πό­­λης Sandwich, που το ε­πι­νόη­σε


τοστ toast
τσίχλα chicle < ισπανικό chicle
φαστ φουντ / φαστ­φου­ντά­δι­κο fast food (= γρήγορο φα­γη­τό)
χάμπουργκερ hamburger < γερμανικό Hamburger, από το όνομα της γερμανικής πό­­λης Ham­burg (Αμβούργο)

ΣΠΙΤΙ

βεράντα veranda ή verandah < ινδικό varanda
μπλέντερ blender
πόστερ poster
πυρέξ pyrex (εμπορική ονομασία)
σαμπουάν shampoo
σέικερ shaker < shake (= σείω, κουνώ)
χολ hall

ΣΩΜΑ

τσεκ απ check up

ΕΝΔΥΣΗ

μπικίνι bikini, από το όνομα του νησιού Bikini στον Ειρηνικό, επειδή όταν πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε θεωρήθηκε τόσο τολμηρό που συνδυάστηκε με τις δοκιμαστικές ε­κρή­ξεις α­το­μι­κής βόμ­βας που είχαν πραγματοποιηθεί πρόσφατα στο νησί
μπλουτζίν blue jean


πιζάμα pyjama < ινδικό paejamah (= φαρδύ παντελόνι)
πουλόβερ pullover < pull over (= τρα­βώ προς τα πάνω)
σμόκιν smoking < smoke (= κα­πνί­ζω), επειδή ήταν το σακάκι που φο­ρού­σαν για το κά­πνι­σμα μετά το δεί­πνο
σορτς shorts < short (= κοντός)
τζάκετ jacket
φούτερ footer

ΟΜΟΡΦΙΑ

ινστιτούτο institute < λατινικό institutum < instituo (= ιδρύω)
λίφτινγκ lifting
μέικαπ make up (= μακιγιάρομαι)
σάουνα sauna < φινλανδικό sauna

ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

σουπερμάρκετ supermarket (= υπεραγορά)

ΣΧΟΛΕΙΟ

πλαστελίνη plasteline
τεστ test < αρχαίο γαλλικό test (= πήλινη χύτρα αλχημιστών) < λατινικό testum (= κλί­βα­νος, κεραμεικό αγγείο)

ΖΩΑ

αλιγάτορας alligator < ισπανικό el lagarto ή al lagarto (= σαύρα) < λατινικό ille (= ε­­κεί­­νος) + lacertus ή lacerta (= σαύρα)
άλμπατρος albatross
ζέβρα zebra < ισπανικό και πορ­το­γα­λι­κό zebro ή zebra
ιαγουάρος jaguar < ινδιάνικο ja­gu­a­ra
καγκουρό kangaroo < α­βο­ρι­γι­νό ka gouro (= δεν ξέρω), ε­πει­δή έτσι απάντησε Αυ­στρα­λός ι­θα­γε­νής στην ερώτηση του εξερευνητή James Cook πώς λένε το πρω­τό­γνω­ρο για ε­κεί­νον ζώ­ο


κοάλα koala < αβοριγινό koala
κογιότ coyote < ινδιάνικο coyotl
κόνδορας condor < ισπανικό con­dor < ινδιάνικο kuntur
μπουλντόγκ bulldog < bull (= ταύ­ρος) + dog (= σκύλος)
πούμα puma < ισπανικό puma (ινδιάνικη λέξη)
φάρμα farm
χιμπατζής chimpanzee < κον­γκο­λέ­ζι­κο chimpenzi ή kimpenzi

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

άουτ out (= έξω)
βόλεϊ volley
γκολ goal
γκολφ golf
κρίκετ cricket
ματς match
μποξ box (= χτύπημα)
νοκ άουτ knock out
νταμπλ double
ντέρμπι derby, από το όνομα της περιοχής Derby στην Αγγλία όπου ο κόμης Ed­ward Stan­ley πρωτοδιοργάνωσε τους ομώνυμους αγώνες
ντοπάρω dope (= δίνω διεγερτικές ουσίες) < ολλανδικό doop (= σάλτσα)
πέναλτι penalty (= τιμωρία, πρόστιμο)
πινγκ πονγκ ping pong (ονοματοποιία από τον ήχο της μπάλας)
ράγκμπι rugby, από το όνομα του σχολείου Rugby στην Αγγλία όπου πρω­το­παί­χτη­κε το παι­χνί­δι
ράλι rally (= συγκέντρωση αυτοκινήτων και οδηγών για αγώνες) < rally (= συ­γκε­ντρώ­νω)
σκορ score
σλάλομ slalom < νορβηγικό slalom (= επικλινής δρόμος)
σουτάρω < σουτ < shoot
τένις tennis < αρχαίο γαλλικό tenetz < tenir (= κρατώ)
τζόκινγκ jogging (= αργό τρέξιμο)
φάουλ foul (= αντικανονικό παιχνίδι ή παίξιμο)
χόκεϊ hockey
χούλιγκαν hooligan

ΧΡΗΜΑ

δολάριο dollar < αρχαίο γερμανικό daler < Thaler (= τάλιρο)
μάρκετινγκ marketing < market < λατινικό mercatus, μετοχή του mercari (= ε­μπο­ρεύ­ο­μαι)
σπόνσορας sponsor < λατινικό sponsor (= εγγυητής)
τσεκ cheque (= επιταγή)

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

εξπρές express (= ταχύς)
μοτέλ motel < motor hotel < motor (= μηχανή, κινητήρας) + hotel (= ξενοδοχείο)
πάρκινγκ parking
πούλμαν pullman, από τη φράση pullman car που προέρχεται από το ό­νο­μα του Α­με­ρι­κα­νού μη­χα­νι­κού George M. Pull­man


σκούτερ scooter < scoot (= φεύγω βια­στι­κά, τρέχω)
τανκς tank < πορ­το­γα­λι­κό tanque που είναι συ­γκε­κομ­μέ­νος τύπος του estanque < e­stan­car (= σταματώ, ανακόπτω)
τζιπ jeep < gee pee, από τα γράμματα g και p που είναι αρχικά των λέξεων gen­er­al pur­pose (= γενικός σκοπός, γενική χρήση)
τρόλεϊ trolley
φλας flash (= λάμψη)
φουλάρω < φουλ < full (= γεμίζω, γεμάτος)

ΘΑΛΑΣΣΑ

γιοτ yacht
γουίντ σέρφινγκ wind surfing
προπέλα propeller < λατινικό propello (= προωθώ)
σέρφινγκ surfing (= κυματοδρομία) < surf (= θραύση κυμάτων)
φεριμπότ ferry boat < ferry (= πορθμείο) + boat (= βάρκα)

ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

ντραμς drums

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

γκράφιτι graffiti
γουόκμαν walkman
ζάπινγκ zapping < zap (= κινούμαι ξαφνικά με ταχύτητα)
θρίλερ thriller
κάμπινγκ camping
καφετέρια cafeteria < ισπανοαμερικανικό cafeteria
κλαμπ club
κλόουν clown
κουίζ quiz
λούνα παρκ luna park, από το όνομα Luna Park στο Coney Island του Brooklyn της Νέ­­ας Υ­όρ­κης
μπανγκαλόου bungalow < ινδικό bangla
μπαρ bar (= αναψυκτήριο)
μπάρμαν barman
μπούμερανγκ boomerang, λέξη αβοριγινικής προέλευσης
νάιτ κλαμπ night club (= νυχτερινή λέσχη)
παμπ pub
πάρτι party < partie (= μερίδιο, μέ­ρος)


ρεσιτάλ recital < λατινικό recito (= δια­βά­ζω)
ροκ rock
ροκ εντ ρολ rock ’n’ roll
σασπένς suspense (= εκ­κρε­μό­τη­τα, αβεβαιότητα, αγωνία) < λατινικό suspendo (= κρε­­μώ)
σίριαλ serial < series < λατινικό se­ri­es (= σειρά, ειρμός, συνέχεια)
σόου show < show (= δείχνω)
σταρ star (= αστέρας)
τρέιλερ trailer
φιλμ film (= μεμβράνη)
χιούμορ humor (= κέφι) < λατινικό humor (= υγρό, χυμός)
χόμπι hobby

ΠΟΤΑ

κοκτέιλ cocktail < cock’s tail (= ουρά πετεινού)
ουίσκι whisky < αρχαίο ιρλανδικό uisce bethad < uisce (= νερό) + bethad, γενική του be­thu (= ζωή)

ΕΡΩΤΑΣ

ταμπού taboo < πολυνησιακό tabou (= απαγορευμένος)
φλερτ flirt < γαλλικό fleurette (= ερωτικό ποίημα)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ατζέντης agent
γκάνγκστερ gangster < gang (= συμμορία)
καουμπόης cowboy
λαίδη lady
λόρδος lord
μάνατζερ manager < ιταλικό maneggio
μπάτλερ butler
μπέμπης baby
ντεντέκτιβ detective < detect (= ανακαλύπτω)
ρεπόρτερ reporter
σερίφης sheriff, λέξη αραβικής προέλευσης
σκράπας scrape
σνομπ snob, αρκτικόλεξο από τη λατινική φράση Sine NOBilate (= χωρίς τίτλους ευ­γε­νεί­ας)
τζέντλεμαν gentleman < gentle (= ευγενικός) + man (= άντρας)
φρικιό freak (= τέρας, ιδιόρρυθμος, ναρκομανής, εκκεντρικός)

ΑΛΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αμόκ amok ή amuck < μαλαϊκό amoq (= αυτός που μάχεται σαν τρελός, σε κα­τά­στα­ση ε­γκλη­μα­τι­κής μανίας)
κλομπ club (= ρόπαλο)
κόμπλεξ complex < λατινικό complexus (= εναγκαλισμός)
λέιζερ laser, αρκτικόλεξο από τη φράση Light Amplification by Stimulated E­mis­sion of Ra­di­a­tion (= ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή α­κτι­νο­βο­λί­ας)
μπλόφα bluff < γερμανικό bluffen
νάιλον nylon
ούφο UFO, αρκτικόλεξο από τη φράση Unidentified Flying Objects (= Άγνωστης Ταυ­τό­τη­τας Ιπτάμενα Αντικείμενα, ΑΤΙΑ)
πάνελ panel (= πίνακας)
ραντάρ radar, αρκτικόλεξο από τη φράση RAdio Detection And Ranging (= ρα­δι­ο­φω­νι­κή ε­πι­σή­μαν­ση και εμβέλεια)
σελφ σέρβις self-service
σετ set
σλόγκαν slogan < κέλτικο sluagh-ghairm (= κραυγή στρατιωτών)
σούπερ super
σπέσιαλ special
στάνταρ standard (= τύπος)
στοκ stock
στρες stress
τσεκάρω check (= ελέγχω)

ΕΙΚΟΝΕΣ: podilato98.blogspot.com (από forummagazines.gr, redbubble.com, museumvictoria.com.au, hotfrog.com.au, infokids.gr)





Δάνειες λέξεις από τα γαλλικά

Οι περισσότερες, ίσως, δάνειες λέξεις της γλώσσας μας προέρχονται από τα γαλ­λι­κά. Αυ­τό συ­νέ­βη επειδή η δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 συ­νέ­πε­σε με την κυ­ρι­αρ­­χί­α της Γαλλικής σε διεθνές επίπεδο. Τα χρόνια που α­κο­λού­θη­σαν έγινε η δεύ­τε­ρη γλώσ­σα των μορφωμένων, η μοναδική ξένη γλώσ­σα που διδασκόταν στα σχο­λεί­α μας μέχρι και τη δε­κα­ε­τί­α του 1950 και η «γλώσσα των σαλονιών», η γλώσσα δη­λα­δή που προσέ­διδε κύ­ρος σε όσους τη μιλούσαν.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες μεί­ω­­σαν την κυ­ρι­αρ­χί­α της Γαλλικής, οπότε άρχισε να μειώνεται και η επίδρασή της στα ελ­λη­νι­κά. Εί­χε έρ­θει η ώρα των αγγλικών...

ΦΑΓΗΤΟ

απεριτίφ apéritif (= ορεκτικό) < μεσαιωνικό γαλλικό aperitivus < λατινικό aperio (= α­νοί­γω)
γκαρσόν / γκαρσόνι garçon (= αγόρι)
γκοφρέτα gaufrette
γραβιέρα gruyère, από το όνομα της ελβετικής περιοχής Gruyère
ζαμπόν jambon (= χοιρομέρι)
ζελέ gelée < geler (= παγώνω)
κουβέρ couvert < λατινικό coopertus (= σκεπασμένος)
κουβερτούρα couverture < λατινικό coopertura (= σκεπασμένη)
κρέπα crêpe < λατινικό crispus (= σγουρός, τραχύς)
κροκέτα croquette < croquet (= κριτσανίζω, μασουλώ)
κρουασάν croissant (= γλύκισμα) < croissant (= μισοφέγγαρο)
μαγιονέζα mayonnaise
μενού menu (= μικρός, λεπτομερής) < λατινικό minutus (= μικρός, λεπτός) < mi­nu­o (= ε­λατ­τώ­νω, συγκόπτω)
μπεσαμέλ béchamel, από το όνομα του Γάλλου χρηματιστή Μπεσαμέλ που την ε­πι­νόη­σε
μπιφτέκι bifteck < αγγλικό beef steak (= φέτα βοδινού κρέατος)
ομελέτα omelette < αρχαίο γαλλικό omelette ή alumelle (= μικρή λάμα) < λατινικό la­mella (= μι­κρό μεταλλικό πιάτο)
ορντέβρ hors-d’-oeuvre (= τα εκτός του κυρίως γεύματος) < hors (= εκτός) + oeuvre (= έρ­γο)
παρμεζάνα parmesan, από το όνομα της ιταλικής πόλης Πάρμα
πικνίκ pique-nique < piquer (= κεντώ) + nique (= άχρηστο πράγμα)
πουρές purée < αρχαίο γαλλικό purer (= καθαρίζω, στραγγίζω λαχανικά) < λα­τι­νι­κό puro (= κα­θα­ρί­ζω)


πουρμπουάρ pourboire (= φιλοδώρημα) < pour boire (= για να πιεις)
ρεστοράν restaurant < restaurer < λατινικό restauro (= ανακαινίζω, ανανεώνω)
ροκφόρ roquefort, από το όνομα της γαλλικής περιοχής Roquefort
σαγκουίνι sanguine (= αιματώδης)
σαντιγί chantilly, από το όνομα της περιοχής Chantilly στη Γαλλία όπου πα­ρα­σκευ­ά­στη­κε για πρώτη φορά
σερβίρω servir < λατινικό servio (= υπηρετώ)
σεφ chef (= αρχηγός) < λατινικό caput (= κεφαλή)
σοτάρω sauter (= τσιγαρίζω)
σουφλέ souffle < souffler (= φυσώ, φουσκώνω)
σπεσιαλιτέ spécialité (= ειδικότητα)
τάρτα tarte
τρούφα truffe < λατινικό tuber (= εξόγκωμα)
φρικασέ fricassée (= τηγανητό κρέας με βούτυρο μέσα σε σάλτσα)
φρουί γλασέ fruit glacé < fruit (= φρούτο) + glacé (= παγωμένο)

ΣΠΙΤΙ

αμπαζούρ abat-jour (= κάλυμμα λάμπας)
ασανσέρ ascenseur
ασπιρίνη aspirine
ατελιέ atelier (= εργαστήριο)
γκαράζ garage < garer (= βάζω σε σταθμό, υποστεγάζω)
γκαρσονιέρα garçonnière < garçon (= αγόρι)
καλοριφέρ calorifere < λατινικό calor (= θερμότητα) + λατινικό fero (= φέρνω)
καφές café < τουρκικό kahve < αραβικό qahwah
καφετιέρα cafetière
μαρμίτα marmite (= χύτρα, λέβητας)
μεζονέτα maisonnette < maison (= σπίτι)
μοκέτα moquette (= είδος χαλιού)
μπετόνι bidon < σκανδιναβικό bida (= δοχείο)
μπιμπελό bibelot
μπιμπερό biberon < λατινικό bi­bo (= πίνω)


μπολ bol < αγγλικό bowl
μπουφές buffet
μπρελόκ breloque
ναφθαλίνη naphtaline < ελ­λη­νι­κό νάφθα < περσικό naft
ντους douche < ιταλικό doccia < docciare (= αναβλύζω, ρέω ορ­μη­τι­κά) < doccia (σω­λή­νας νε­­ρού)
παρκέ parquet < parc (= πάρκο, μάντρα)
πορτατίφ portatif
ρετιρέ retire (= απομονωμένος, μοναχικός) < retirer (= αποχωρώ, απομακρύνομαι)
ρολό rouleau (= κύλινδρος) < rouler (= περιστρέφω, κυλώ)
ρουμπινές robinet (= κρουνός)
σαλόνι salon < ιταλικό salone < sala
σεζλόγκ chaise longue < chaise (= καρέκλα) + longue (= μακρύς)
σιρόπι sirop (= ηδύποτο) < αραβικό sharab (= ποτό, χυμός, σιρόπι)
σιφονιέρα chiffonnier < chiffon (= κουρέλι)
σκαμπό escabeau < λατινικό scabellum (= μικρό σκαμνί)
σουβενίρ souvenir (= ενθύμιο)
σοφίτα soffite < ιταλικό soffitto
ταλκ talc < ισπανικό talque < αραβικό talq
τάπα tape
τιρμπουσόν tire-bouchon < tirer (= τραβώ) + bouchon (= πώμα)
τουαλέτα toilette (= καλλωπισμός, έπιπλο καλλωπισμού) < toile (= πανί)
φριτέζα friteuse (= σκεύος για τηγάνισμα)

ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ

κομπρεσέρ compresseur < compresser < λα­τι­νι­κό compresso (= συμπιέζω)


ματ (υλικό) mat < λατινικό mattus (= θαμπός)
μπαλαντέζα baladeuse, θηλυκό του ba­la­deur (= περιφερόμενος)
μπετόν béton < λατινικό bitumen (= ά­σφαλ­τος)
ντουί douille
πένσα pince
πινέζα punaise (= κοριός)
πλεξιγκλάς plexiglas
πρίζα prise (= λήψη) < prendre (= παίρνω)

ΣΩΜΑ

κράμπα crampe (= σύσπαση) < γερμανικό Krampf
μούσι mouche < λατινικό musca (= μύγα)
μπούκλα boucle < λατινικό buccula < bucca (= μάγουλο)
σιλουέτα silhouette, από το όνομα του Etienne de Silhouette που είχε διακοσμήσει τους τοί­χους του σπιτιού του με περιγράμματα μορφών
τατουάζ tatouage < αγγλικό tatoo (= δερματοστιξία)
φαβορίτα favorite < ιταλικό favorire (= ευνοώ, βοηθώ)

ΕΝΔΥΣΗ

αγκράφα agrafe
αξεσουάρ accesoire
γάντι gant < αρχαίο γερμανικό want
δαντέλα dentelle
εμπριμέ imprimé (= έντυπο σταμπτωτό ύφασμα)
ζακέτα jaquette < jaque < αραβικό shakk
καρό carreau (= τετράγωνο)
κασκόλ cachecol < cacher (= κρύβω) + col (= λαιμός)
κομπινεζόν combinaison (= συνδυασμός)
κορσές corset < corps (= σώμα)
κοτλέ cotele
μαγιό maillot (= φασκιές)
μοδίστρα modiste < mode (= μόδα)
μπερές béret
μπέρτα berthe
μπιζού bijoux < βενετικό bizou (= κρίκος, δαχτυλίδι)
μπλούζα blouse
μπότα botte
μπουφάν bouffant, μετοχή του bouf­fer (= φυσώ, φουσκώνω)


ντεκολτέ décolleté (= έξωμος) < dé­col­leter (= απογυμνώνω τους ώμους)
παπιγιόν papillon (= πεταλούδα) < λα­τι­νι­κό papilio (= ζωύφιο, πε­τα­λου­δί­τσα)
πατρόν patron (= υπόδειγμα, α­πο­τύ­πω­μα, σχέδιο πάνω σε χαρτί)
πουά point (= σημείο, τελεία, στίγμα)
σαμπό sabot < savate (= παλιό, φθαρ­μέ­νο παπούτσι)
σοσόνι chausson (= παντόφλα) < λατινικό calceus (= παπούτσι)
σουτιέν soutien (= υποστήριγμα)
ταγέρ tailleur (= ράφτης, γυναικείο ένδυμα)
τούλι tulle, από το όνομα της πόλης Tulle στην κεντρική Γαλλία όπου πα­ρου­σι­ά­στη­κε για πρώ­τη φορά
φερμουάρ fermoir < fermer (= στερεώνω, ασφαλίζω)
φο μπιζού faux bijoux
φουλάρι foulard < προβηγκιανό foulat (= είδος υφάσματος)
φράκο frac < αγγλικό frock

ΟΜΟΡΦΙΑ

κοκέτα <κοκέτης < coquet < coqueter (= κοκορεύομαι)
κολόνια < eau de Cologne (= νερό της Κολωνίας), από το γαλλικό όνομα Cologne της γερ­μα­νι­κής πόλης Κολωνία
κραγιόν crayon


λακ laque < λατινικό lacca < αραβικό lakk
λοσιόν lotion < λατινικό lotion (= πλύση)
μακιγιάζ maquillage
μανεκέν mannequin < ολλανδικό man­ne­kijn (= ανθρωπάκι)
μανικιούρ manicure < λατινικό manus (= χέ­ρι) + curo (= φροντίζω)
μασάζ massage < masser (= τρίβω) < α­ρα­βι­κό massa (= χαϊδεύω, τρίβω)
ντεμακιγιάζ demaquillage < demaquiller (= α­φαι­ρώ το μακιγιάζ)
ντεμοντέ démodé (= απαρχαιωμένος, έξω από τη μόδα) < démoder (= δεν α­κο­λου­θώ τη μό­δα)
πασαρέλα passerelle < passer (= περνώ)
πεντικιούρ pédicure < λατινικό pes,-dis (= πόδι) + curo (= φροντίζω)
περμανάντ permanente, από τη φράση permanente ondulation (= διαρκής κυ­μα­τι­σμός, μό­νι­μο κατσάρωμα)
πούδρα poudre < λατινικό pulvis (= σκόνη)
ρουζ rouge < λατινικό rubens (= κόκκινος)
σεσουάρ sechoir < λατινικό siccus (= ξηρός)
σικ chic (= κομψότητα, χάρη, φινέτσα) < γερμανικό Schick

ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

βιτρίνα vitrine (= προθήκη) < vitre (= τζάμι)
ράμπα rampe < ramper (= έρπω, σέρνομαι με την κοιλιά)
φέιγ βολάν feuille volante (= φύλλο που πετά, πετούμενο)

ΣΧΟΛΕΙΟ

ακουαρέλα aquarelle < ιταλικό acquarella (= νερομπογιά) < acqua (= νερό)
κολέγιο collège < λατινικό collegium
μαρς marche, προστακτική του ρήματος marcher (= προχωρώ, βαδίζω)
μπλοκ blok < αρχαίο γερμανικό bloc ή bloch < ολλανδικό bloc (= κούτσουρο, κορ­μός δέ­ντρου)
ντοσιέ dossier (= φάκελος εγγράφων) < dos (= ράχη, νώτα) < λατινικό dorsum (= ρά­χη, νώ­τα)

ΧΡΩΜΑΤΑ

γκρενά grenat < λατινικό granatum (= ρόδι)
γκρι gris (= φαιός)
κρεμ crème
μοβ mauve < λατινικό malva (= μολόχα)
μπεζ beige (= αβαφής) < ιταλικό bigio (= γκρίζο)
μπλε bleu < φραγκικό blao
μπλε μαρέν bleu marine (= μπλε της θάλασσας)
μπορντό bordeaux, από το χρώμα του κρασιού που παράγεται στη γαλλική πόλη Bor­­deaux
παστέλ pastel < ιταλικό pastello < pasta
ροζ rose < λατινικό rosa (= ρόδο)
σιελ ciel (= ουρανός, γαλανός) < λατινικό caelum (= ουρανός)
χακί kaki, λέξη ινδικής προέλευσης που σημαίνει «χρώμα της σκόνης»

ΖΩΑ

αντιλόπη antilope
γαζέλα gazelle < αραβικό ghazal
ζούγκλα jungle < ινδικό djangala
κανίς caniche
κορμοράνος cormoran < λατικό corvus (= κοράκι) + marinus (= θαλάσσιος)
λάσο lasso < ισπανικό lazo
μαμούθ mammouth < ρωσικό mamont < μογγολικό mamont (= ζώο του υ­πε­δά­φους)
πεκινουά pékinois, από το όνομα της κινεζικής πόλης Πεκίνο
τερμίτης termite < λατινικό termes,-itis (= τερηδόνα)

ΦΥΤΑ

γκαζόν gazon < φράγκικο waso
καμέλια camélia, από το όνομα του μο­να­χού Camelli που έφερε το φυτό α­πό την τρο­πι­κή Α­σί­α τον 17ο αι.
μπουκέτο bouquet


πανσές pensée (= σκέψη, ενθύμηση), ε­πει­δή θεωρείται σύμβολο ευχάριστων α­­να­­μνή­­σε­­ων
παρτέρι parterre < par terre (= πάνω στη γη)
τουλίπα tulipe < τουρκικό tulbend

ΧΡΟΝΟΣ

τικ τακ tic-tac (ονοματοποιία)

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

σκι ski < αρχαίο νορβηγικό skith (= κομμάτι ξύλου)
μπαράζ barrage (= φράγμα) < barrer (= φράζω) < λατινικό barra
μποξέρ boxeur < box (= πυγμαχία)
ρεβάνς revanche (= ανταπόδωση, αντεκδίκηση)
ρεκόρ record (= επίδοση) < αγγλικό record < λατινικό recordor (= θυμάμαι, α­να­λο­γί­ζο­μαι)
σπορ sport (= αθλητισμός)
τουρνουά tournoi < tournoyer (= περιφέρομαι, περιπλανώμαι)
φαβορί favori (= αγαπητός, προσφιλής) < λατινικό favor (= εύνοια)
φιλές filet (= δίχτυ, πλέγμα)
φιναλίστ finaliste

ΧΡΗΜΑ

γκισέ guichet
καριέρα carrière
καρνέ carnet
κομπίνα combine, συγκεκομμένος τύπος του combination (= συνδυασμός)
πλαφόν plafond (= οροφή)
πριμ prime (= βραβείο, έπαθλο) < λατινικό praemium (= βραβείο)

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

αλέ ρετούρ aller-retour (= μεταβίβαση και επιστροφή)
αμορτισέρ amortisseur
αμπραγιάζ embrayage (= συμπλέκτης)
βενζίνη benzine
βουλκανιζατέρ vulcanisateur < αγγλικό vulcanize < λατινικό Vulcanus (= Ή­φαι­στος, φω­τιά)
γκάζι gaz
γρανάζι engrenage
καραμπόλα carambole (= η κόκκινη σφαίρα του μπιλιάρδου) < ισπανικό ca­rambola (= καρ­πός του δέντρου carambil της Μαλαισίας που μοιάζει με πορ­το­κά­λι)
κοντέρ compteur (= μετρητής)
λεβιές levier < lever (= υψώνω) < λατινικό levare (= σηκώνω)
λιμουζίνα limousine, από το όνομα της γαλλικής επαρχίας Limousin όπου βρί­σκε­ται το ερ­γο­στά­σι­ο κατασκευής των ομώνυμων αυτοκινήτων
μαρσάρω marcher (= προχωρώ, βαδίζω)
μοτέρ moteur < λατινικό motor (= κινητής) < movere (= κινώ)
μοτοσικλέτα motocyclette < moteur (= κινητήρας) + bicyclette (= ποδήλατο)
μπετονιέρα bétonnière


μπουζί bougie
μπουλόνι boulon < boule (= με­ταλ­λι­κή σφαίρα) < λατινικό bul­la (= σφαιρικό α­ντι­κεί­με­νο)
ντεμπραγιάζ debrayage < de­brayer (= αποσυνδέω)
οτοστόπ auto-stop
παρμπρίζ pare-brise < parer (= αποκρούω, αποφεύγω) + brise (= αύρα, άνεμος)
πιστόνι piston (= έμβολο)
πορτμπαγκάζ porte-ba­ga­ges < porter (= φέρνω) + ba­gage (= αποσκευή)
ρεζερβουάρ reservoir < re­ser­ver < λατινικό reservo (= διατηρώ, αποταμιεύω)
ρελαντί ralenti < ralentir (= επιβραδύνω)
σακβουαγιάζ sac de voyage
σαμπρέλα chambre à air
σασί châssis (= πλαίσιο)
σοφέρ chauffeur < chauffer (= θερμαίνω, ανάβω τη μηχανή)
ταμπλό tableau < λατινικό tabula
τούνελ tunnel (= σήραγγα)
τρακτέρ tracteur < λατινικό tractus (= ελκόμενος, συρόμενος)
τραμ tram < αγγλικό tram-way
φρένο frein (= τροχοπέδη) < λατινικό frenum (= χαλινάρι)

ΘΑΛΑΣΣΑ

κανό canot < ισπανικό canoa < αραουακικό canoa
κρουαζιέρα croisiere < croiser (= περιπλέω) < croix (= σταυρός)
πιρόγα pirogue < ισπανικό piragua, από καραϊβικό ιδίωμα
τορπίλη torpille < λατινικό torpedo (= νάρκη) < torpeo (= ναρκώνω)
τουρμπίνα turbine < λατινικό turbo,-inis (= στρόβιλος, δίνη)

ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

ακορντεόν accordéon
κλακέτα claquette

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

ατραξιόν attraction
βαλς valse < γερμανικό Walzer
γκαλερί galerie
καλαμπούρι calembour
καμπαρέ cabaret
καρναβάλι carneval < ιταλικό carnevale
καρτ ποστάλ carte postale
κομφετί confetti < ιταλικό confetti, πληθυντικός του confetto
κομφόρ confort < conforter < λατινικό conforto (= ενισχύω)
κονσόλα console
μαριονέτα marionnette (αρχικά σήμαινε μικρό άγαλμα της Παρθένου Μαρίας)
μπαλόνι ballon (= ελαστική σφαίρα)


μπουάτ boite, από τη φράση boite de nuit (= νυ­χτε­ρι­νό κέντρο)
ντεμπούτο début < débuter
ντοκιμαντέρ documentaire (= αποδεικτικός) < do­cu­ment
ντουμπλάρω doubler (= διπλασιάζω, φοδράρω) < double (= διπλός) < λατινικό du­plus (= δι­πλός, δι­πλά­σι­ος)
πανσιόν pension (= οικοτροφείο) < λατινικό pen­si­o (= μισθός, πληρωμή)
πατινάζ patinage (= παγοδρομία)
πατίνι patin < patte (= πόδι)
πιερότος pierrot < Pierre (= Πέτρος)
πιόνι pion (= πεζός στρατιώτης)
πιρουέτα pirouette
πίστα piste < λατινικό pisto (= κοπανίζω)
ποτ πουρί pot-pourri (= φαγητό με διάφορα είδη κρέ­α­τος)
πρεμιέρα premiere (= πρώτη παράσταση) < λατινικό primarius (= πρωτεύων)
ρεβεγιόν réveillon < réveiller (= ξυπνώ)
ρεσεψιόν réception (= λήψη, υποδοχή)
ρεφρέν refrain (= επωδός) < refraindre (= τσακίζω)
ρόλος rôle < λατινικό rotulus (= κύλινδρος)
σερπαντίνα serpentin < λατινικό serpentinus < serpens (= φίδι) < serpo (= έρπω)
σολφέζ solfège < ιταλικό solfeggio, από τις νότες σολ και φα
σουίτα suite
σουξέ succès (= επιτυχία) < λατινικό successus
τουρισμός tourisme < tour (= γύρος)
τουρνέ tournée (= περιοδεία) < tourner (= γυρίζω, περιφέρομαι)
τραλαλά tralala (ονοματοποιία)
φεστιβάλ festival < λατινικό festum (= γιορτή)
φραπέ frappé (= χτυπημένος)

ΠΟΤΑ

κονιάκ cognac, από το όνομα της πόλης Cognac όπου πρωτοπαρασκευάστηκε τον 16ο αι.
λικέρ liquer < λατινικό liquor (= υγρό)
σαμπάνια champagne, από το όνομα της περιοχής Champagne (Καμπανία) στη Γαλ­­λί­α ό­που παρασκευάστηκε για πρώτη φορά

ΕΡΩΤΑΣ

αγκαζέ engage (= δεσμευμένος)
ραντεβού rendez-vous


σεξ sexe < λατινικό sexus (= γένος, φύλο)
τετ α τετ tête-à-tête (= κεφάλι με κεφάλι) < tête (= κεφάλι)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

βαρόνος baron < λατινικό baro (= άνθρωπος του βασιλιά)
γκρουπ groupe
εξπέρ expert < λατινικό expertus
κανίβαλος cannibale < ισπανικό canibal ή caribal < αραουακικό caniba ή carib (= γεν­ναί­ος, δυνατός άντρας)
μαντάμ madame < ma + dame (= κυρία μου)
μετρ maître (= κύριος, ιδιοκτήτης, δεξιοτέχνης)
οπερατέρ operateur < operer < λατινικό operor (= εργάζομαι, φτιάχνω)
παρτενέρ partenaire < αγγλικό partner
πλασιέ placier (= αυτός που προμηθεύει εμπορεύματα)
φαντομάς fantôme (= φάντασμα)
φαρσέρ farseur (= αστείος, απατεώνας)

ΑΛΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αμπαλάζ emballage (= συσκευασία)
αμπούλα ampoule
ανφάς en face
ασορτί assorti
ατού atout < πρόθεση a + tout (= όλο)
βαλές valet
βιτριόλι vitriol
γκάφα gaffe
γρίπη grippe < gripper (= αρπάζω)
εβαπορέ évaporé
εγωισμός égoïsme < λατινικό ego
ένστικτο instinct < λατινικό instinctus < instinguo (= κεντρίζω, παρορμώ κά­ποιον)
εφέ effet (= αποτέλεσμα)
ζενίθ zenith < αραβικό semt
ζικ ζακ zig-zag (= οχυρωματικό χαντάκι γύρω από τα τείχη σε σχήμα τε­θλα­σμέ­νης ευ­θεί­ας)
ιλουστρασιόν illustration
καμουφλάζ camouflage


καμπάνια campagne (= εκ­στρα­τεί­α)
καουτσούκ caoutchouc < κα­ραϊ­βι­κό cahuchu
καρμπόν carbone
κλίκα clique < cliquer (= χει­ρο­κρο­τώ)
κλου clou
κομπλέ complet (= πλή­ρης)
κουπόνι coupon < cou­per (= κόβω, τέμνω)
λανσάρω lancer < λατινικό lanceare (= χρησιμοποιώ τη λόγχη)
λεζάντα légende < λατινικό legenda (= ανάγνωσμα)
λιγνίτης lignite < λατινικό lignum (= ξύλο)
λουξ luxe < λατινικό luxus (= πολυτέλεια)
μακάβριος macabre
μοντάζ montage < monter (= συνδέω, συνθέτω) < λατινικό mons (= βουνό, σω­ρός)
μοντελισμός modelisme < modele (= πρότυπο, μοντέλο)
μουσώνας mousson < αραβικό mausim (= εποχή)
μπαλαντέρ baladeur (= αυτός που περιφέρεται)
μπανάλ banal < ban (= διακήρυξη, δημόσια πρόσκληση)
μποϊκοτάζ boycottage > αγγλικό boycott, από το όνομα του Άγγλου κτηματία James Boy­cott που οι καλλιεργητές του αρνήθηκαν οποιαδήποτε υπηρεσία
μπούρδα bourde (= φλυαρία, ψεύδος)
νορμάλ normal
ντεκόρ décor < décorer (= διακοσμώ) < λατινικό decoro (= κοσμώ) < decus (= στο­λί­δι)
ντεφορμέ déformer (= παραμορφώνω, αλλάζω σχήμα) < λατινικό deformo (= α­τι­μά­ζω, χα­λώ τη μορφή)
οβάλ ovale < λατινικό ovum (= αβγό)
οβίδα obus < γερμανικό Haubitze (= ολμοβόλο)
παραβάν paravent (= αλεξήνεμο) < vent (= άνεμος)
παστεριώνω pasteurisé, από το όνομα του Pasteur
πλακέ plaqué (= πεπλατυσμένος)
πλακέτα plaquette (= μικρή πλάκα, αναμνηστικό μετάλλιο)
πλάνο plan (= σχέδιο) < λατινικό planus (= ομαλός, επίπεδος)
πλασάρω placer (= τοποθετώ, πουλώ για λογαριασμό άλλων)
πορτρέτο portrait < portraire (= εικονογραφώ)
πρέφα préférence (= προτίμηση, είδος χαρτοπαιγνίου)
προφίλ profil < ιταλικό profilo < profilare (= σχεδιάζω την πλάγια όψη προσώπου)
ρεζερβέ réservé < réserver < λατινικό reservo (= διατηρώ, αποταμιεύω)
ρεκλάμα réclame (= έντυπη διαφήμιση) < réclamer (= απαιτώ, επικαλούμαι)
ρελάνς relance (= νέα ώθηση)
ρεπό repos (= παύση εργασίας) < reposer (= ησυχάζω, αναπαύομαι)
ρεπορτάζ reportage < report (= αναφέρω, εκθέτω)
ρετουσάρω retoucher (= άπτομαι, αγγίζω)
ρετρό rétro < λατινικό retro (= πίσω)
ρουλέτα roulette < αρχαίο γαλλικό roelete < λατινικό roda
ρουμπίνι rubin < λατινικό rubens (= κόκκινος)
ρουτίνα routine (= έξη, συνήθεια) < route (= δρόμος, οδός)
σαβουάρ βιβρ savoir-vivre (= γνώση καλής συμπεριφοράς)
σαμποτάζ sabotage (= τρύπημα σιδηρογραμμών, δολιοφθορά)
σαμποτάρω saboter (= κάνω θόρυβο με τα τρόκανα, ενεργώ γρήγορα και βια­στι­κά, κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζο­μαι, βλάπτω)
σεζόν saison (= εποχή) < λατινικό satio,-onis (= σπορά)
σερβιέτα serviette (= πετσέτα) < servir (= υπηρετώ)
σερί série (= σειρά)
σικέ chiqué (= προσποίηση) < chic
σκαμπίλι brusquembille (= χαστούκι, είδος χαρτοπαιγνίου)
σοκ choc
στατιστική statistique < λατινικό status (= κατάσταση)
στιλ style < λατινικό stilus (= ραβδί, αιχμηρό εργαλείο με το οποίο έγραφαν στις κέ­ρι­νες πι­να­κί­δες)
τακτ tact < λατινικό tactus (= άγγιγμα) < tango (= αγγίζω)
τικ tic (ονοματοποιία)
τόνος (μέτρο βάρους) tonne
τουπέ toupet (= θρασύτητα)
τρακ trac (= φόβος)
τρενάρω trainer (= σέρνω, έλκω, παρατείνω)
τρικ truc (= επιτηδειότητα, τέχνη), λέξη προβηγκιανής προέλευσης
φιξάρω < φιξ < fixe (= ορισμένος) < λατινικό fixus (= στερεωμένος, μπηγμένος)
φλου flou (= με χάρη, με αβρότητα)

ΕΙΚΟΝΕΣ: podilato98.blogspot.com (από meacolpa.blogspot.com, bebedodo.fr, hireshops.gr, el.wiktionary.org, hoax-slayer.com, elianesflowers.webs.com, hawaiidermatology.com, dreamstime.com, thevine.com.au, perierga.gr)