Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Η ζωή επιστρέφει στην Πάρνηθα

Επτά χρόνια μετά τη συμφορά
η φύση κερδίζει το στοίχημα

Αν και έχουν περάσει επτά χρόνια από την τεράστια καταστροφή του 2007, η εικόνα του βαριά πληγωμένου Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας προκαλεί ακόμη σφίξιμο στο στή­θος. Στις 28 Ιουνίου 2007 το περίφημο ελατόδασος της πρωτεύουσας πα­ρα­δό­θη­κε στις φλό­γες. Κάηκαν 36.338 στρέμματα, εκ των οποίων τα 21.800 καλύπτονταν α­πό έλατα (κε­φαλληνιακή ελάτη) και τα 10.500 από πεύκα (χαλέπιος πεύκη).

Σήμερα (Ιούλιος του 2014) ο αγώνας της φύσης και του ανθρώπου για την α­πο­κα­τά­στα­­ση του πολύτιμου οικοσυστήματος της Αττικής συνεχίζεται. Η ζωή επιστρέφει στα κα­μέ­να με φυσικούς και τεχνητούς τρόπους, μόνο που αυτό δεν είναι εύκολο ούτε θα ο­λο­κλη­­ρω­θεί σύντομα.


Τα φυτά της Πάρνηθας

Οι τεχνητές αναδασώσεις των ελάτων συνεχίζονται με ποσοστό επιτυχίας 60-65%, πο­­σο­στό μεγάλο σε σχέση με τα διεθνή κριτήρια. Από το 2008 έχουν φυτευτεί κοντά σε πόες, πουρνάρια και άλλα αυτοφυή φυτά 150.000 ελατάκια.

Η διαδικασία είναι πολύπλοκη. Η απευθείας σπορά στο βουνό δεν είχε επιτυχία. Ό­πως ε­ξηγούν οι ειδικοί του Φορέα Διαχείρισης, η ελάτη είναι ψυχρόβιο είδος, πολύ α­παι­τη­τι­κό σε υγρασία, και αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς κυρίως τα πρώτα 15 χρό­νια.

Γι’ αυτό τα ελατάκια μεγαλώνουν σε φυτώριο μέσα στον Εθνικό Δρυμό, υπό ε­λεγ­χό­με­­νες συνθήκες, και όταν γίνουν τριών ετών φυτεύονται στις πλαγιές της Πάρ­νη­θας. Νω­ρί­­τε­ρα δεν αντέχουν και αργότερα δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν. Α­φού φυ­τευτούν, ποτίζονται για τρία χρόνια. Ύστερα αφήνονται σταδιακά στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον με κύριους αντιπάλους την ξηρασία και τη ζέστη.


«Τον Οκτώβρη μαζεύουμε τα κουκουνάρια από την κορυφή των άκαυτων ελάτων, γί­νε­­ται η διαλογή στο εκκοκκιστήριο του κράτους, οι σπόροι καταψύχονται και την ερ­χό­με­νη άνοιξη τους σπέρνουμε στο φυτώριο», μας εξηγεί ο δασοπόνος Βασίλης Φί­λιος. Το φυ­τώριο ανακατασκευάστηκε μετά τη φωτιά του 2007 και αποτελεί πια την καρδιά της ανα­δασωτικής προσπάθειας στον Εθνικό Δρυμό. Βρίσκεται σε υ­ψό­με­τρο 1.000 μέτρων και φιλοξενεί 180.000 ελατάκια, που θα φυτευτούν στις πλαγιές του βουνού όταν έρθει η ώρα τους.

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι τόσο εύκολο. Από τους εκατό σπόρους θα φυτρώσουν οι ε­φτά, αφού η φυτρωτικότητα της ελάτης είναι 7%. «Η ελάτη είναι υπερβολικά ση­μα­ντι­κή για το λεκανοπέδιο. Μελέτη έχει δείξει πως είναι το δεύτερο πιο σημαντικό φυ­τό στην κατακρά­τηση διοξειδίου του άνθρακα».

Στα πιο ξηρά σημεία έχουν φυτευτεί 194.300 φυτά μαύρης πεύκης με την προ­ο­πτι­κή στη σκιά τους να φυτευτούν έλατα. Η διαδικασία όμως αυτή σταμάτησε, καθώς τα ελάφια, στην αναζήτηση τροφής και νερού, τρώνε τα καινούργια, τρυφερά κλα­δά­κια των πεύκων που ποτίζονται.

Και φυσικά υπάρχουν και οι βραχώδεις εκτάσεις, που δεν είναι λίγες. Εκεί δεν μπορεί να γίνει τεχνητή αναδάσωση.


Πολύ πιο ευνοϊκά είναι τα πράγματα για το πευκοδάσος, που αναγεννάται από μόνο του. Ήδη μικρά πεύκα έχουν εμφανιστεί στις πλαγιές, μαζί με πουρνάρια και άλλη πο­ώ­δη βλά­στηση. Τα πουρνάρια, λένε δασολόγοι, κάτω από ειδικές συνθήκες θα μπο­ρού­σαν να έ­χουν δενδρόμορφη ανάπτυξη.


Από την αλλαγή του περιβάλλοντος επηρεάστηκαν και σπάνια λουλούδια της πε­ρι­ο­χής, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι πληθυσμοί τους.

Κι ενώ οι προσπάθειες συνεχίζονται, κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει την επιτυχία της αναδάσωσης. Όλα εξαρτώνται από τις κλιματικές συνθήκες τα επόμενα αρκετά χρό­νια. Προς το παρόν οι ειδικοί επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην πυ­ρο­προ­στα­σί­α, κα­θώς, όπως λένε, μια νέα φωτιά θα ήταν η απόλυτη καταστροφή...


Τα ζώα της Πάρνηθας

Στα νέα δεδομένα προσαρμόζεται και η πανίδα του δρυμού, χωρίς όμως να πα­ρα­τη­ρού­­νται εκπλήξεις ή ανατροπές. «Υπήρξε αλλαγή στη σύνθεση της ορνιθοπανίδας, ό­πως ή­ταν αναμενόμενο», σημειώνει ο Παναγιώτης Λατσούδης, περιβαλλοντολόγος και μέλος της Ορνιθολογικής Εταιρείας. Όπως εξηγεί, ευνοήθηκαν αρπακτικά και άλ­λα πουλιά που αγαπούν το ανοιχτό περιβάλλον (κορυδαλλοί, τσιχλόνια κ.ά.), ενώ μει­ώ­νο­νται τα πουλιά που προτιμούν το πυκνό δάσος (βασιλίσκοι, ελατοπαπαδίτσες κ.ά.)

Όσον αφορά την ερπετοπανίδα, διπλωματική εργασία από το Τμήμα Βιολογίας του Πα­­νε­πι­στη­μί­ου Αθηνών διαπίστωσε αύξηση στους πληθυσμούς των σαυρών.

Ταυτόχρονα οι ειδικοί καταγράφουν αύξηση στον πληθυσμό των ελαφιών, που ευ­νο­ή­­θη­καν –καθώς λένε– από τα λιβάδια που δημιουργήθηκαν στα καμένα. Εκτιμάται πως αυ­τήν τη στιγμή τα ελάφια κυμαίνονται γύρω στα 1.000 άτομα (οι πιο αισιόδοξοι α­νε­βά­ζουν τον αριθμό στα 1.300). Δεν είναι καθόλου δύσκολο ή σπάνιο να συ­να­ντή­σεις ελάφι στον δρόμο. Πολλοί μάλιστα σταματούν και τα ταΐζουν, κάτι που είναι με­γά­λο λάθος κατά τους δασολόγους του βουνού, καθώς τα άγρια ζώα εξοικειώνονται ε­πι­κίν­δυ­να με την ανθρώ­πινη παρουσία.


Ανησυχητικό είναι και το γεγονός πως ασυνείδητοι εγκαταλείπουν στην περιοχή σκυ­λιά, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί αγέλες από αδέσποτα που κυνηγούν και ε­λά­φια προς αναζήτηση τροφής.

Κάποιοι εκφράζουν ανησυχίες και για την εμφάνιση αγριογούρουνων στο δάσος (ει­κά­­ζε­ται πως «δραπέτευσαν» από στάνες στην περιοχή του Αυλώνα), επειδή με το σκά­ψι­μο μπορεί να επηρεάσουν την αναδάσωση. Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχει δι­α­πι­στω­θεί ό­τι συνιστούν απειλή, λένε δασολόγοι που δραστηριοποιούνται στον δρυ­μό.

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως έχει εμφανιστεί και λύκος. Μέχρι στιγμής, όμως, υ­πάρ­χουν μόνο ενδείξεις και όχι αποδείξεις.

Πάντως, τόσο η παρουσία του αγριογούρουνου όσο και η ενδεχόμενη εμφάνιση του λύ­κου δε σχετίζονται με τη φωτιά, αφού τα μεν «έφυγαν» από στάνη και στη συ­νέ­χει­α ανα­παράχθηκαν, ενώ ο λύκος είχε ήδη φτάσει με φυσική διασπορά, όταν ξέ­σπα­σε η φωτιά της Πάρνηθας.

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΕΙΚΟΝΕΣ: εφημερίδα «Έθνος» (23.07.2014)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Ελλάδα, περιβάλλον


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.