25 Αυγούστου 2012

Δάνειες λέξεις από τα ιταλικά

Οι σχέσεις μας με τους Ιταλούς χρονολογούνται από τον 16ο αι., όταν πολλοί Έλληνες λόγιοι κατέφυγαν στην περιοχή της Ιταλίας, που τότε ήταν το πνευματικό κέντρο της Αναγέννησης. Ο δανεισμός ανάμεσα στις δύο γλώσσες υπήρξε σημαντικός και τα ιταλικά επηρέασαν τα ελληνικά σε πάρα πολλούς τομείς της καθημερινότητας. Ας δούμε τα δάνειά μας, ομαδοποιημένα σε κατηγορίες:

1. Φαγητό


  • γαρνιτούρα guarnitura
  • γκαζόζα gasosa, θηλυκό του επιθέτου gasoso (= αεριούχος)
  • γρανίτα granita < grano (= κόκκος, σπόρος)
  • καντίνα cantina
  • καραμέλα caramella < λατινικό cannamella (= ζαχαροκάλαμο)
  • καρμπονάρα carbonara
  • κολατσιό colazione
  • κομπόστα composta < λατινικό compositum (= σύνθετο)
  • κονσέρβα conserva < λατινικό conservo (= φυλάω, συντηρώ)
  • λεμόνι limone < περσικό limun
  • μορταδέλα mortadella < λατινικό murtatum (= αναμεμιγμένος με μύρτο) < murtum (= μύρτο)
  • μουστάρδα mostarda (= σινάπι)
  • μπαγκέτα bacchetta (= ράβδος)
  • μπίρα birra < γερμανικό Bier
  • μπισκότο biscotto (= αυτό που έχει ψηθεί δυο φορές, το διπλοψημένο)
  • μπρόκολο broccolo < brocco (= βλαστός)


broccolo

  • νεράντζι naranza < αραβικό naranj < περσικό narang < αρχαίο ινδικό naranga
  • ντομάτα tomata < ισπανικό tomata < μεξικανικό tomatl
  • πασατέμπος < φράση passa tempo < passo (= περνώ) + tempo (= χρόνος, ώρα)
  • παστέλι pastello < pasta
  • παστίλια pastiglia
  • παστίτσιο pasticcio
  • πέτσα pezza (= τεμάχιο)
  • πικάντικος piccante (= δριμύς, δηκτικός) < piccare < picca (= αιχμή)
  • πίτσα pizza
  • πορτοκάλι portogallo
  • ραδίκι radicchio < λατινικό radix (= ρίζα)
  • σαλάμι salame < salare (= αλατίζω) < sale (= αλάτι) < λατινικό sal,-lis (= αλάτι)
  • σαλάτα insalata (= αλατισμένη) < λατινικό sal,-lis (= αλάτι)
  • σάλτσα salsa < λατινικό salsa (= αλμυρή) < sal,-lis (= αλάτι)
  • σερβιτόρος servitore (= υπηρέτης) < λατινικό servio (= υπηρετώ)
  • σόδα soda
  • σούπα zuppa
  • τρατάρω trattare (= φιλεύω)
  • φέτα fetta (= τεμάχιο)
  • φιλέτο filetto < filo (= νήμα)
  • φράουλα fragola


fragola

  • φρέσκος fresco (= δροσερός, νωπός), λέξη γερμανικής προέλευσης
  • φρουτιέρα fruttiera (= οπωροθήκη)
  • φρούτο frutto < λατινικό fructus (= καρπός)

2. Σπίτι


  • ακουαφόρτε acquaforte (= δυνατό νερό)
  • αντίκα antica, θηλυκό του επιθέτου antico (= παλαιός)
  • βάζο vaso (= αγγείο, δοχείο)
  • βαλίτσα valigia
  • βαρέλι barella
  • βεντάλια ventaglio
  • βεντούζα ventosa
  • βίλα villa
  • γλόμπος globo < λατινικό globus (= σφαιρικός)
  • κάδρο quadro < λατινικό quadrus (= τετράγωνος)
  • κασόνι cassone < cassa
  • κομοδίνο comodino
  • κουκέτα cuccetta
  • λουκέτο lucchetto < αρχαίο γερμανικό lok


lucchetto

  • μεζούρα misura ή mesura
  • μπαλκόνι balcone (= εξώστης) < αρχαίο γερμανικό balkon
  • ομπρέλα ombrella < λατινικό umbrella (= ομπρέλα) < umbra (= σκιά)
  • πάγκος banco (= θρανίο)
  • πακέτο pacchetto
  • παράγκα < μπαράκα < baracca (= παράπηγμα)
  • πετσέτα pezzetta
  • πολυθρόνα poltrona
  • πόμολο pomolo
  • πορσελάνη porcellana
  • σάλα sala < αρχαίο γερμανικό sal (= σπίτι)
  • σερβίτσιο servizio (= σκεύη τραπεζιού) < λατινικό servio (= υπηρετώ)
  • σπάγκος spago < λατινικό hispanicus (= ισπανικός)
  • σπίρτο spirto < spirito
  • ταράτσα terrazza
  • τελάρο telaro (= πλαίσιο, ιστός)
  • τσουκάλι zucca
  • φασίνα fascina

3. Μαστορέματα


  • γράσο grasso (= λίπος)
  • καδρόνι quadrone
  • καρότσα carrozza
  • λασκάρω lascare
  • λούστρο lustro (= λάμψη, στιλπνότητα)
  • μπάζα bazza (= όγκος χώματος)
  • μπρούντζος bronzo (= ορείχαλκος)
  • πέργολα pergola (= κληματαριά)
  • πινέλο penello < penis (= ουρά)
  • στόκος stocco
  • τανάλια tanaglia


tanaglia

  • τσάπα zappa (= σκαπάνη)
  • τσιμέντο cemento (= αμμοκονία) < λατινικό caementum (= ακατέργαστος λίθος)

4. Σώμα


  • γκριμάτσα grimazza
  • κάλος callo < λατινικό callus ή callum
  • μπούστο busto (= στηθόδεσμος)
  • φράντζα frangia

5. Ένδυση


  • γκαρνταρόμπα guardaroba
  • γραβάτα cravatta < γαλλικό Cravate (= Κροάτης), επειδή αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους Κροάτες ιππείς
  • κάλτσα calza
  • καπέλο capello


capello

  • κολάρο collaro
  • κορδέλα cordella
  • κουστούμι < κοστούμι < costume (= συνήθεια, κουστούμι)
  • λουστρίνι lustrino (= γυαλιστερό) < lustro
  • παλτό palto < γαλλικό paletot < αρχαίο αγγλικό paltok
  • παντελόνι < πανταλόνι < pantaloni < γαλλικό pantalon
  • ρόμπα roba (= φόρεμα) < αρχαίο γερμανικό rauba
  • σκαρπίνι scarpino
  • σκούφια scuffia
  • τακούνι taccone
  • τιράντα tirante (= τραβηγμένος)
  • φιόγκος fiocco (= νιφάδα, κόμπος γραβάτας)
  • φούστα fusta (= γυναικείο ένδυμα)
  • φουστάνι fustagno, από το προάστιο του Καΐρου Fustat όπου υφαινόταν ορισμένο είδος πανιού

6. Ομορφιά


  • λιμάρω limare (= ακονίζω)
  • λούσο lusso < λατινικό luxus (= πολυτέλεια)
  • μασέλα mascella
  • μάσκαρα mascara
  • μόδα moda < λατινικό modus (= τρόπος)
  • μοντέλο modello < λατινικό modellus < modulus < modus (= τρόπος)
  • ντελικάτος delicato (= αβρός, κομψός) < λατινικό delicatus (= τρυφερός, αβρός)
  • περούκα perrucca < λατινικό pilus (= κόμη)
  • φιγούρα figura (= μορφή) < λατινικό fingo (= πλάθω, διαμορφώνω)
  • φινέτσα finezza
  • φίνος fino (= λεπτός, καθαρός, αγνός) < finis (= τέλος, όριο)

7. Στη γειτονιά


  • κάβα cava
  • μπαρμπέρης barbiere (= κουρέας) < λατινικό barba (= γενειάδα)
  • μπόγιας boja (= δήμιος)
  • πάρκο parco (= περίφρακτος τόπος)


parco

  • φουγάρο fogara

8. Σχολείο


  • ετικέτα etichetta < γαλλικό étiquette < αρχαίο γαλλικό estiquier (= συνδέω)
  • κασετίνα cassettina
  • μοτίβο motivo (= κίνητρο) < γαλλικό motif < λατινικό motivus < motus < movere (= κινώ)
  • μπίλια biglia (= σφαίρα μπιλιάρδου) < λατινικό bilia (= κορμός δέντρου)
  • φασαρία fassaria

9. Χρώματα


  • γκρίζος grigio
  • σκούρος oscuro < λατινικό obscurus (= σκοτεινός)

10. Ζώα


  • γάλος gallo
  • γάτα gatta < λατινικό catta
  • καρδερίνα cardellino
  • μπαμπουίνος babbuino
  • παπαγάλος papagallo


papagallo

  • πιγκουίνος pingouino < αγγλικό penguin
  • πιτσουνάκι < πιτσούνι < piccione (= περιστέρι)
  • σαρδέλα sardella, επειδή αλίευαν το ψάρι στις ακτές της Σαρδηνίας

11. Φυτά


  • βιολέτα violetta
  • μπιγκόνια bigonia < begonia, από το όνομα του βοτανολόγου Begon

12. Αθλητισμός


  • μπάλα balla (= δέσμη) < palla

13. Χρήμα


  • κοστίζω costare
  • μαγαζί magazzino < αραβικό machazin
  • μπουναμάς < μποναμάς < bonamano (= φιλοδώρημα) < bona mano (= καλό χέρι)
  • πορτοφόλι portafogli < porto (= φέρνω) + fogli (= φύλλο)

14. Στον δρόμο


  • βαγόνι vagone < αγγλικό wagon
  • κολόνα colonna < λατινικό columna
  • κόρνα corna
  • μανιβέλα manovella
  • μανούβρα manovra
  • μπλόκο blocco < αρχαίο γερμανικό blok
  • ντεπόζιτο depositο (= αποθήκη) < λατινικό depositum < depono (= αποθέτω, καταθέτω)
  • παρκάρω parcare (= σταθμεύω)
  • ρεζέρβα riserva (= απόθεμα) < λατινικό reservo (= διατηρώ, αποταμιεύω)
  • σουλατσάρω solazzare (= διασκεδάζω)
  • τρακάρω attaccare (= πέφτω πάνω σε κάτι, επιτίθεμαι)
  • τρένο treno < γαλλικό train < trainer (= σύρω, έλκω, παρατείνω)


treno

  • τρόμπα tromba (= αντλία, σάλπιγγα)

15. Θάλασσα


  • βαπόρι vapore (= ατμός, ατμόπλοιο) < λατινικό vapor (= ατμός)
  • γόνδολα gondola
  • καμπίνα cabina < λατινικό capanna (= καλύβα)
  • κότερο cotero < αγγλικό cutter
  • κουρσάρος corsaro < λατινικό cursarius
  • λοστρόμος nostromo
  • μαρίνα marina
  • μόλος molo
  • μούτσος mozzo (= μαθητευόμενος ναύτης)
  • μπαρκάρω imbarcare
  • μπατάρω battere (= χτυπώ)
  • ρουκέτα rocchetta < rocca (= αδράχτι)
  • σαλπάρω salpare
  • φινιστρίνι finestrino (= παραθυράκι) < finestra (= παράθυρο)
  • φουρτούνα fortuna, από τη φράση fortuna di mare (= τρικυμία) < fortuna (= τύχη, δυστυχία, κακοτυχία)

16. Μουσικά όργανα


  • άρπα arpa < γερμανικό Harfe
  • καραμούζα corna musa (= ποιμενική φλογέρα)
  • κλαρινέτο clarinetto
  • κλαρίνο clarino
  • κοντραμπάσο contrabbasso
  • μαντολίνο mandolino


mandolino

  • όμποε oboe < γαλλικό hautbois < haut (= ψηλός) + bois (= ξύλο)
  • πιάνο piano (= σιγά)
  • ταμπούρλο tamburlo (= τύμπανο)
  • τρομπέτα trombetta < tromba
  • τρομπόνι trombone < tromba
  • φλάουτο flauto

17. Διασκέδαση


  • ακόρντο accordo
  • αρλεκίνος arlecchino
  • ατάκα attacca
  • βεντέτα vedetta (= καλλιτέχνης με μεγάλη φήμη)
  • βόλτα volta (= στροφή, φορά, σειρά, τάξη)
  • γιρλάντα ghirlanda
  • εβίβα evviva (= ζήτω, εύγε)
  • καράφα caraffa < αραβικό gharrafa (= φλασκί)
  • κολομπίνα colombina (= περιστεράκι) < colomba (= περιστέρι)
  • κομπάρσος comparsa < comparire (= εμφανίζομαι) < λατινικό compareo (= φαίνομαι)
  • κονσέρτο / κοντσέρτο concerto (= άμιλλα φωνών)
  • μαέστρος maestro
  • μπαλαρίνα ballarina < ballare (= χορεύω)
  • μπαλέτο balletto < ballo (= χορός)


balletto

  • μπάντα banda < αρχαίο γερμανικό bant
  • μπιλιάρδο bigliardo
  • μπρίο brio (= ζωηρότητα)
  • ντουέτο duetto (= διωδία) < λατινικό duo (= δύο)
  • όπερα opera, από τη φράση opera in musica (= έργο σε μουσική) < λατινικό opera (= εργασία, έργο)
  • παλέτα paletta < pala (= φτυάρι)
  • παλιάτσος pagliaccio
  • πασιέντζα pazienza (= υπομονή, καρτερία)
  • πιανίστας pianista
  • πρόβα prova (= δοκιμή) < λατινικό probo (= δοκιμάζω)
  • ρακέτα racchetta < γαλλικό raquette < αραβικό rahah (= παλάμη)
  • σιγοντάρω secondare
  • σκάκι scacco (= ζατρίκιο)
  • στάμπα stampa
  • στούντιο studio < λατινικό studium (= σπουδή) < studeo (= σπουδάζω)
  • τέμπερα tempera < λατινικό tempero (= αναμιγνύω)
  • τενόρος tenore < λατινικό tenor,-oris (= συνέχεια, διάρκεια) < teneo (= κρατώ)
  • τραμπάλα traballare (= ταλαντεύομαι)
  • τσίρκο circo < λατινικό circus (= κύκλος)
  • φάλτσος falso (= λανθασμένος, ψευδής, παραποιημένος)
  • φάρσα farsa (= κωμικό παιχνίδι) < γαλλικό farce
  • φινάλε finale < λατινικό finis (= τέλος, όριο)
  • φίρμα firma (= υπογραφή) < firmare < λατινικό firmus (= στέρεος, σταθερός)

18. Έρωτας


  • αμόρε amore
  • καπρίτσιο capriccio < capra (= κατσίκι, τρελοκάτσικο)
  • κόρτε corte, από τη φράση fare la corte (= συμπεριφέρομαι με αβροφροσύνη, φλερτάρω) < corte (= βασιλική αυλή)
  • κουφέτο confetto
  • μπομπονιέρα bonboniera


bonboniera

  • σκέρτσο scherzo

19. Άνθρωποι


  • άγαρμπος α- στερητικό + garbo (= χάρη, ευγένεια)
  • αρτίστας artista (= καλλιτέχνης)
  • βέρος vero (= αληθινός, γνήσιος, πραγματικός)
  • Εγγλέζος Ingleso
  • καβαλιέρος cavaliere (= ιππέας, ιππότης) < λατινικό caballarius (= ιππέας)
  • καπάτσος capace
  • κοπέλα coppella
  • λέτσος lezzo (= δυσωδία)
  • μάγκας mango (= σωματέμπορος)
  • μοντέρνος moderno < λατινικό modernus < modo (= πρόσφατα, τελευταία)
  • μπάρμπας barba (= γενειάδα, ηλικιωμένος και σεβάσμιος άνθρωπος) < λατινικό barba (= γενειάδα)
  • μπόμπιρας bombero


bombero

  • μπράβος bravo (= έξοχος, θαρραλέος)
  • ντάμα dama < λατινικό domina (= κυρία, οικοδέσποινα)
  • νταρντάνα tartana (= είδος μεγάλου πλοίου)
  • πορτιέρης portiere < λατινικό porta
  • ρέστος resto < λατινικό resto (= υπολείπομαι)
  • ρομαντικός romantico < γαλλικό romantique < αρχαίο γαλλικό romans < λατινικό romanice < Romanus (= Ρωμαίος)
  • σβέλτος svelto (= ευκίνητος)
  • σίγουρος sicuro (= σίγουρος, ασφαλής) < λατινικό securus
  • σκάρτος scarto (= απόρριψη)
  • σκερτσόζος scherzoso
  • φορτσάτος forzato
  • φουριόζος furioso (= μανιακός, τρελός)

20. Άλλες λέξεις


  • αμολάω amollare (= αφήνω)
  • αντίο addio (= στην ευχή του Θεού) < πρόθεση a + dio (= Θεός) < λατινικό deus
  • ατζέντα agenda (= ατζέντα) < λατινικό agenda (= αυτά που πρέπει να γίνουν), πληθυντικός του agendum που είναι γερούνδιο του ago (= πράττω)
  • βαρελότο barelotto
  • βεντέτα vendetta (= εκδίκηση)
  • βέργα verga < λατινικό virga (= ραβδί, κλωνάρι)
  • βόμβα bomba
  • γκρίνια / γρίνια grigna
  • γουστάρω gustare
  • γούστο gusto
  • γραπώνω aggrappare (= αρπάζω, συλλαμβάνω) < grappa (= γάντζος, άγκιστρο)
  • διάνα diana
  • ζελατίνη gelatina < λατινικό gelatus (= παγωμένος)
  • καζίνο casino < casa (= σπίτι)


casino

  • καραμπίνα carabina
  • καρικατούρα caricatura
  • κιάλια occhiali, πληθυντικός του occhiale (= οπτικός)
  • κομπλιμέντο complimento < ισπανικό cumplimiento < cumplir (= συμπληρώνω, ολοκληρώνω ή είμαι ευγενικός)
  • κομπρέσα compressa (= πεπιεσμένο επίθεμα) < γαλλικό compresse < compresser < λατινικό compresso (= συμπιέζω)
  • κόντρα contra
  • κουλτούρα cultura < λατινικό cultura (= καλλιέργεια της γης)
  • κουμαντάρω comandare
  • κουράγιο coraggio
  • λάβα lava (= πλημμύρα)
  • λίστα lista (= σειρά, γραμμή)
  • μακέτα macchietta
  • μάνι μάνι φράση di mano in mano (= από χέρι σε χέρι)
  • μαντάρω mendare ή mandare (= επανορθώνω, επιδιορθώνω)
  • μαντάτο mandatum (= μήνυμα, παραγγελία) < mando (= παραγγέλνω)
  • μάρκα marca < γοτθικό marka (= σύνορο, όριο)
  • μαρκάρω marcare
  • μιζέρια miseria < λατινικό miser (= άθλιος)
  • μιλιούνια millione (= εκατομμύριο)
  • μινιατούρα miniatura
  • μοντάρω montare
  • μούμια mumia < λατινικό mumia < αραβικό mumiyah < περσικό mum (= κερί)
  • μπαρούφα baruffa (= φασαρία, καβγάς)
  • μπλοκάρω bloccare
  • μπουκάρω boccare
  • μπούσουλας bussola (= ναυτική πυξίδα)
  • μπράβο bravo! < bravo (= έξοχος, θαρραλέος)






  • ντοκουμέντο documento (= έγγραφο, τεκμήριο) < λατινικό documentum (= δίδαγμα, παράδειγμα) < doceo (= διδάσκω)
  • παντιέρα bandiera < banda (= σημαία, λάβαρο)
  • πασάρω passare (= διέρχομαι, περνώ)
  • πάσο passo (= βήμα, πέρασμα)
  • πατατράκ patatrac
  • πένα penna < λατινικό penna (= φτερό)
  • πέρλα perla
  • ποντάρω pontare
  • πόστο posto (= θέση, τόπος)
  • πούντα punta (= άκρη, κρυολόγημα, πλευρίτωμα)
  • ράτσα razza < αραβικό ra ’s (= κεφάλι, καταγωγή)
  • ρίσκο risco
  • σάλτο salto (= πήδημα) < λατινικό saltus (= άλμα) < salto (= πηδώ)
  • Σαντορίνη Santa Irene (= Αγία Ειρήνη)
  • σινιάλο segnale (= σήμα)
  • σκέτος schietto
  • σμπαράλια sbaraglio (= σκόρπισμα, άτακτη φυγή, καταστροφή)
  • σούσουρο sussuro (= ψίθυρος)
  • σπόντα sponda (= χείλος γέφυρας, παραπέτο)
  • στραπάτσο strapazzo (= κακή μεταχείριση)
  • σφαλιάρα sfagliaro
  • τάλε κουάλε tale quale (= περίπου όμοια)
  • τέζα tesa (= ένταση, τέντωμα)
  • τόμπολα tombola
  • τράπουλα trappola (= παγίδα, δόλος)
  • τσιγάρο cigaro < ισπανικό cigarro (λέξη ιθαγενών της Κούβας)
  • φιάσκο fiasco (= μπουκάλι, αποτυχία), λέξη γερμανικής προέλευσης
  • φιλτράρω filtrare (= διυλίζω) < filtro
  • φόντο fondo (= βάθος, πυθμένας) < λατινικό fundus
  • φόρμα forma < λατινικό forma (= μορφή, σχήμα)

ΕΙΚΟΝΕΣ: stiridecluj.ro, bukalapak.com, u.osu.edu, praktikospiti.gr, webcomicms.net, lifo.gr, fotka.com, popsugar.com, kefalonitis.com, istoriatexnespolitismos.wordpress.com, e-prosklitirio.gr, topnaz.com, casinobonus.rs, flickr.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το σχόλιό σας θα εγκριθεί πρώτα από τον δάσκαλο98. Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται.
Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στην «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.

Διαβάστηκαν περισσότερο την τελευταία εβδομάδα