Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Η Μόνα σε καινούργιο σχολείο



Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε πρόσφατα σε ένα καινούργιο σπίτι κοντά στη λί­μνη του μεγάλου δάσους. Κάθεται στο παράθυρο του δωματίου της και σκέφτεται στε­νο­χω­ρη­μέ­νη τους παλιούς της φίλους και συμμαθητές. Είναι τόσο μακριά τους και τους έχει ή­δη ε­πι­θυ­μή­σει!

Σήμερα είναι η πρώτη μέρα στο καινούργιο της σχολείο. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, για να ε­τοι­μα­στεί και να φτάσει στην ώρα της. Είναι αγχωμένη για το νέο της ξεκίνημα. Η μαμά της της έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο και τη ρώτησε:
– Είσαι σίγουρη πως δε θέλεις να έρθω μαζί σου;
– Δεν είμαι μικρό παιδί! Θα τα καταφέρω, είπε η Μόνα.
– Εντάξει, όπως θέλεις. Καλή αρχή! φώναξε η μητέρα της, καθώς η Μόνα είχε ήδη α­πο­μα­κρυν­θεί.
– Ευχαριστώ, είπε εκείνη χαμηλόφωνα, με σκυμμένο κεφάλι.

Όταν έφτασε στο σχολείο, η αυλή ήταν άδεια. Δεν είχε προλάβει να φτάσει πριν χτυ­πή­σει το κουδούνι για μάθημα. Στάθηκε μπροστά στην αυλόπορτα, έτοιμη να γυρίσει πί­σω.

Τότε την είδε ο γάιδαρος, ο διευθυντής του σχολείου. Την πλησίασε και τη ρώτησε:
– Ποια είσαι εσύ;
– Είμαι η καινούργια μαθήτρια, η Μόνα, είπε η μικρή χελώνα χαμηλόφωνα. Ξεκίνησα νω­ρίς από το σπίτι μου, αλλά δεν κατάφερα να φτάσω έγκαιρα.
– Δεν πειράζει, της είπε ο διευθυντής. Πάμε τώρα να σου γνωρίσω την καινούργια σου δα­σκά­λα και τους συμμαθητές σου. Είναι όλοι πολύ καλοί!


Έφτασαν έξω από την αίθουσα και, καθώς η Μόνα πήρε μια βαθιά ανάσα, ο δι­ευ­θυ­ντής χτύ­πη­σε την πόρτα και μπήκαν μέσα.
– Να σας γνωρίσω την καινούργια σας συμμαθήτρια, είπε στους υπόλοιπους μα­θη­τές.
– Καλωσόρισες! είπαν όλοι με μια φωνή εκτός από τον λαγό, το αγριογούρουνο και την α­λε­πού, που μόλις την είδαν άρχισαν να γελάνε και να λένε κάτι ψιθυριστά.

Η δασκάλα της τάξης, η κουκουβάγια, καλωσόρισε κι εκείνη με τη σειρά της τη Μόνα και ξε­κί­νη­σαν το μάθημα.

Η πρώτη ώρα τελείωσε και τα παιδιά βγήκαν διάλειμμα. Καθώς περπατούσε η Μόνα μό­νη της στον διάδρομο του σχολείου, την πλησίασαν ο λαγός, το αγριογούρουνο και η αλε­πού και της είπαν κοροϊδευτικά:
– Μέχρι να φτάσεις στην αυλή, θα έχει τελειώσει το διάλειμμα! κι έφυγαν γρήγορα γε­λώ­ντας.

Η Μόνα στενοχωρήθηκε, αλλά συνέχισε να περπατάει.

Όταν μπήκαν ξανά στην τάξη, βρήκε το τετράδιό της μουντζουρωμένο και το μολύβι της σπα­σμέ­νο. Δεν είπε όμως τίποτα σε κανέναν. Εξάλλου, ποιος θα την πίστευε; σκέ­φτη­κε. Έ­σβη­σε λοιπόν τις μουντζούρες και πήρε ένα άλλο μολύβι.


Τις επόμενες μέρες οι συμμαθητές της άρχισαν να την πλησιάζουν και να θέλουν να γί­νουν φίλοι της. Όμως ο λαγός, το αγριογούρουνο και η αλεπού δεν έδειχναν να θέ­λουν την παρέα της.

Μια μέρα, την ώρα της γυμναστικής, τα παιδιά αποφάσισαν να παίξουν ποδόσφαιρο. Κα­θώς πλησίασε η Μόνα, της είπε ο λαγός:
– Δεν πιστεύω να θέλεις να παίξεις κι εσύ μαζί μας! Θα μας χαλάσεις το παιχνίδι! Ε­ξάλ­λου ε­σύ δεν μπορείς να τρέξεις!

Τότε η Μόνα κατέβασε το κεφάλι και κάθισε στην άκρη. Όταν τη ρώτησαν οι συμ­μα­θη­τές της γιατί δεν παίζει μαζί τους, εκείνη απάντησε ότι πονούσε το πόδι της.

Την επόμενη μέρα η Μόνα δεν ήθελε να πάει στο σχολείο.
– Πονάει το κεφάλι μου, είπε στριφογυρίζοντας.
Η μαμά της την ακούμπησε στο μέτωπο και της είπε:
– Δεν έχεις πυρετό!
– Δεν έχω πυρετό, αλλά πονάει το κεφάλι μου. Ζαλίζομαι, δεν μπορώ να σηκωθώ α­πό το κρε­βά­τι!
Και τράβηξε το παπλωματάκι της μέχρι το κεφάλι!

Η Μόνα άρχισε να κλαίει κάτω από τα σκεπάσματα και να σκέφτεται: «Δε θα ξα­να­πά­ω σ’ αυ­τό το σχολείο ποτέ! Ποτέ! Ποτέ! Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω στο παλιό μου σχο­λεί­ο και στους φίλους μου!»

Η μικρή χελώνα έμεινε όλη τη μέρα στο κρεβάτι. Το απόγευμα πέρασε από το σπίτι της ο Βά­κης, το βατραχάκι, για να τη δει και να πάνε βόλτα. Η Μόνα όμως δεν ήθελε να βγει και του είπε πως δεν ένιωθε πολύ καλά.

Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πήγε η μαμά της να την ξυπνήσει για να πάει στο σχο­λεί­ο, η Μό­να της είπε:
– Είμαι άρρωστη, πολύ άρρωστη! Πονάει ο λαιμός μου! Δεν μπορώ να μιλήσω, άρα δεν μπο­ρώ να πάω στο σχο­λεί­ο! και τράβηξε το πάπλωμά της.
«Δε θα ξαναπάω στο σχολείο αυτό ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!»

Η μητέρα της ανησύχησε πολύ και κάλεσε τον γιατρό. Εκείνος την εξέτασε και τη δι­α­βε­βαί­ω­σε πως δεν είχε τίποτα και πως κάτι άλλο ίσως συνέβαινε.


Η μητέρα της Μόνας την πλησίασε, την πήρε αγκαλιά και τη ρώτησε:
– Τι σου συμβαίνει, Μόνα μου; Γιατί δε θέλεις να πας στο σχολείο;
– Τίποτα δε μου συμβαίνει, απάντησε η Μόνα. Ήμουν άρρωστη, αυτό είναι όλο! Τώ­ρα νιώ­θω καλύτερα!

Την επόμενη μέρα η Μόνα, με βαριά καρδιά, σηκώθηκε, ετοιμάστηκε και πήγε στο σχο­λεί­ο. Μόλις την είδαν οι φίλοι της έτρεξαν να τη δουν και να της ευχηθούν πε­ρα­στι­κά.


Καθώς όμως πήγαινε να αφήσει την τσάντα της στην τάξη, άκουσε τον λαγό και την α­λε­πού να ψιθυρίζουν: «Ωχ, ήρθε πάλι η καινούργια. Κάτι πρέπει να της κάνουμε!»

Στο διάλειμμα της ίδιας μέρας ο λαγός, το αγριογούρουνο και η αλεπού άρχισαν κιό­λας να ε­τοι­μά­ζουν καινούργιο σχέδιο εναντίον της Μόνας. Ξεκίνησαν να σκάβουν στην άκρη της αυ­λής μια λακκούβα, την οποία θα σκέπαζαν με φύλλα, για να πέσει μέ­σα η μικρή χε­λώ­να.

Οι συμμαθητές της Μόνας, τα πουλιά που πετούσαν πάνω από την αυλή του σχο­λεί­ου, εί­δαν ότι κάτι ετοίμαζαν οι τρεις φίλοι. Κρύφτηκαν λοιπόν στο δέντρο και τους ά­κου­σαν να λέ­νε κοροϊδευτικά: «Καλά, θα γελάσουμε πάρα πολύ όταν θα πέσει μέσα η καινούργια!»


Τα πουλιά πέταξαν γρήγορα και είπαν στη δασκάλα τους αυτά που είχαν δει και είχαν α­κού­σει. Η κυρία κουκουβάγια τα ευχαρίστησε που την ενημέρωσαν και άρχισε να σκέ­φτε­ται πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Η μό­νη λύση ή­ταν να μιλήσει σε όλους τους μαθητές της για θέματα σωστής συ­μπε­ρι­φο­ράς!

Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα τα παιδιά δεν έκαναν μάθημα. Η κυρία κουκουβάγια τους εί­πε ότι θα έκαναν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Θα μιλούσαν για το πώς πρέπει να συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται στους συμμαθητές τους: «Όλοι είστε ίσοι μεταξύ σας, παρόλο που εί­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δεν έχει σημασία αν κάποιοι είστε πιο ψηλοί ή πιο κοντοί, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λιγό­τερο δυ­να­τοί. Όλοι έχετε τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις».


Σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης η Μόνα ήταν σκυφτή και δε μιλούσε, γιατί φο­βό­ταν.

Όταν τελείωσε το σχολείο και τα παιδιά σχόλασαν, ο λαγός, το αγριογούρουνο και η α­λε­πού την πλησίασαν. Η Μόνα φοβήθηκε, όμως εκείνοι τη διαβεβαίωσαν ότι δε θα την κο­ρόι­δευ­αν ξανά. Κατάλαβαν το λάθος τους και ήθελαν να επανορθώσουν.

Της ζήτησαν συγνώμη για ό,τι είχαν κάνει και της πρότειναν να γίνουν φίλοι. Η Μό­να τους συγ­χώ­ρε­σε και από τότε τα τέσσερα ζωάκια έγιναν αχώριστα.

Πατήστε στην εικόνα και κατεβάστε
την ιστορία στον υπολογιστή σας:


ΠΗΓΗ: www.epsype.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.