Το ΠΟΔήΛΑΤΟ ανανεώνεται εμφανισιακά. Σιγά σιγά προσαρμόζονται και οι παλαιότερες αναρτήσεις του. Καλό καλοκαίρι!

30 Δεκεμβρίου 2012

Το φλουρί του φτωχού

Από τον Παύλο Νιρβάνα


ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:




Tο πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου έπεσε βγήκε μοιρασμένο. Ήταν αληθινό φλου­ρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπι­­τιού μας μια χρυσή αγγλική λίρα.

Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! O πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο α­γιο­βα­σι­λιά­­τι­κο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κα­τε­βά­σει το με­γά­λο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των α­γί­ων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών στα­μά­τη­σε, σαν να θυμήθηκε κάτι.
– Ξεχάσαμε, το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε νά ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας εί­ναι όμως. Θα το κόψω τώρα κι ύστερα θ’ αρχίσω τα κομμάτια των παιδιών. Πρώ­τα ο φτω­χός.

Κατέβασε το μαχαίρι και είπε:
– Tου φτωχού.

Έπειτα θα ερχόταν το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Κα­θώς τρα­βού­σε όμως το κομμάτι του φτωχού, το χρυσό φλουρί κύλησε στο τρα­πε­ζο­μά­ντι­λο. Tο κό­ψι­μο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο κι ο πατέρας ό­λους μας.
– Ποιανού είναι τώρα το φλουρί; είπε η μητέρα μου. Tου φτωχού ή του Πέτρου; Εγώ λέ­ω πως είναι του Πέτρου.

H καημένη η μητέρα! Tο είχε καημό να πέσει σ’ εμένα.
– Ούτε του φτωχού είναι ούτε του Πέτρου, είπε ο πατέρας μου. Tο σωστό σωστό. Tο φλου­­ρί μοιράστηκε. Ήταν ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισα με το μα­χαί­ρι, έ­πε­σε κάτω. Tο μισό λοιπόν είναι του φτωχού, το μισό του Πέτρου.
– Και τι θα γίνει τώρα; ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου.

Tι θα γίνει; συλλογιζόμαστε κι εμείς.
– Μην πονοκεφαλιάζετε, είπε ο πατέρας. Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέ­σα δυο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι. Nα τι θα γίνει. Αυτή φυ­λάξ­τε τη, να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύ­χη του. H άλλη μι­σή είναι του Πέτρου.

Και μου την έδωσε.
– Καλορίζικη! Και του χρόνου παιδί μου! Είσαι ευχαριστημένος;

Ήμουν και με το παραπάνω.
– Θα του τη δώσω εγώ με το χέρι μου, είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. T’ άλλα παιδιά με πείραζαν: «O σύ­ντρο­φος του φτωχού». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Eκείνος με τράβηξε κοντά του, με φί­λη­σε και μου είπε:
– Μπράβο σου! Είσαι καλό παιδί.


Tο άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Kάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζη­τιά­νος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του.

Έτρεξα στην πόρτα με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος, φτωχός, με κάτασπρη γε­νει­ά­δα, γερ­τός από τα χρόνια, και τρέμοντας από το κρύο μουρμούριζε ευχές.
– Πάρε, παππού, του είπα.

O γέρος το έφερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πι­στέ­ψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του –τον καιρό εκείνο που όλοι έδιναν στους φτω­χούς δίλεπτα και μονόλεπτα.
– Tι ’ν’ αυτό, παιδάκι μου; με ρώτησε.
– Μισή λίρα είναι, παππού, του είπα. Πάρ’ την. Δική σου είναι.

O καημένος δεν ήθελε να το πιστέψει.
– Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονείς σου.

Tου εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιραστεί το φλουρί της βασιλόπιτας. O γέρος έ­τρε­με α­πό τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τα μάτια και είπε:
– O Θεός είναι μεγάλος! Nα ζήσεις, παιδάκι μου, και να σε χαίρονται οι γονιοί σου. Και ο Θε­ός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά και να τα μοιράζεις με τους φτω­χούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις!

Mου έδωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά κατά τον ουρανό τα μάτια και κα­τέ­βη­κε με το ρα­βδί του τη σκάλα.

ΠΗΓΗ: ΓΛΩΣΣΑ ΣΤ΄ ΤΑΞΗΣ (Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1990)
ΕΙΚΟΝΑ: Γλώσσα ΣΤ΄ τά­ξης | ΗΧΟΣ: Υπουργείο Πολιτισμού/Ταξίδι στον πολιτισμό, CD 1 (από ΤΑ ΝΕ@ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΑΣ)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: βιβλία, Πρωτοχρονιά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κου­μπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.