Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Η χελώνα και ο Ρεβιθάκης

Ελληνικό παραδοσιακό παραμύθι


ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ψαράς χήρος και δεν είχε καθόλου παιδιά και πήγε μια μέρα να ψαρέψει και δεν έπιασε τίποτα· μόνο μια χελώνα πιάστηκε στα δίχτυα του και εί­πε:
– Αυτή ήταν το τυχερό μου, ας την πάρω στο σπίτι.

Και την πήρε και την είχε στο σπίτι του.

Ενώ πρώτα ήταν το σπίτι του μέσα στα σκουπίδια βουτηγμένο, τη δεύτερη τη μέρα που πήγε τη χελώνα στο σπίτι, το ηύρε σκουπισμένο και παστρεμένο και θαύμασε ο καη­μέ­­νος ο ψαράς ποιος τα κάνει αυτά.

Την άλλη την ημέρα λοιπόν φύλαξε και βλέπει και βγαίνει από μέσ’ απ’ τη χελώνα μια κο­­πέ­λα που η ομορφιά της στον κόσμο δε στάθηκε. Άμα βγήκε λοιπόν, την έ­πια­σε και εί­πε:
– Συ λοιπόν είσαι που με νοικοκυρεύεις και δεν το ξέρω;

Kι έπιασε κι έσπασε το καύκαλο της χελώνας κι απόμεινε κοπέλα πια και τη στε­φα­νώ­θη­κε και την πήρε γυναίκα.


O βασιλιάς εκείνου του τόπου ήταν ανύπαντρος κι έδωκε σε όλα τα κορίτσια από ’να πέ­­πλο να κεντήσουν κι όποια το κεντήσει καλύτερα θα την πάρει γυναίκα. Έδωκαν και στου ψαρά τη γυναίκα. Kι εκείνη, χωρίς να ξέρει με τι σκοπό θα το κεντήσει, έ­πια­σε και κέντησε ένα πέ­πλο κι είχε τη θάλασσα με τα ψάρια και με τα καράβια. Κέ­ντη­σαν κι άλλα κορίτσια κι είχε προστάξει ο βασιλιάς την ίδια την ημέρα τα ίδια τα κο­ρί­τσια να πάνε καθέ­να το πέπλο. Λοιπόν, πήγε κάθε ένα το πέπλο του, πήγε κι η γυ­ναί­κα του ψαρά.

Άμα την είδε αυτός, τρελάθηκε απ’ την ομορφιά της. Βλέπει και το πέπλο που ’χε κε­ντή­­σει, κι ήταν το καλύτερο απ’ όλα, κι είπε να την πάρει. Κι αυτή αποκρίνεται πως εί­ναι πα­ντρεμένη μ’ έναν ψαρά.
– Πες στον άντρα σου να έρθει εδώ, της είπε ο βασιλιάς.
– Ορισμός σας, αφέντη βασιλιά, είπε και πάει στο σπίτι της κι είπε στον άντρα της «να πας και σε θέλει ο βασιλιάς».

Πηγαίνει ο καημένος ο ψαράς και λέει του βασιλιά:
– Tι με θέλεις, αφέντη βασιλιά;
– Αυτή η γυναίκα πόχεις εσύ δεν είναι για σένα· λοιπόν, αν θέλεις να κρατήσεις τη γυ­ναί­­κα σου, θα κάνεις ένα τραπέζι από ψάρια να φιλέψεις όλο το στράτευμά μου και να χορ­τάσει, αλλιώς θα την πάρω εγώ.
– Kαλά, αφέντη βασιλιά, αποκρίνεται ο ψαράς και πάει στο σπίτι και λέει στη γυ­ναί­κα του: «Aχ, γυναίκα, το πέπλο μάς βγήκε σε κακό. Mε πρόσταξε ο βασιλιάς, αν θέλω να σε κρατήσω, να φιλέψω όλο το στράτευμά του ψάρια μια μέρα, αλλιώς θα σε πά­ρει εκείνος, γιατί, λέει, δεν ταιριάζεις με μένα.»
– Aπ’ αυτό το πλάι να κοιμηθεί ο βασιλιάς! Εσύ, άντρα μου, να πας τώρα δα στο μέ­ρος που με ψάρεψες και να φωνάξεις τη μάνα μου να σου δώσει το μικρό το τε­ντζε­ρά­κι.

Πηγαίνει λοιπόν ο ψαράς στη θάλασσα και φωνάζει:
– Κυρά μάνα θάλασσα, έβγα και σε θέλω.

Βγαίνει από μέσα από τη θάλασσα μια γυναίκα και του λέει:
– Καλώς τον γαμπρό μου και καλώς τον· τι αγαπάς;
– M’ έστειλε η θυγατέρα σου να μου δώσεις το μικρό το τεντζεράκι.
– Kαλά, γαμπρέ, είπε και κατέβηκε κι έφερε ένα τεντζεράκι που ’παιρνε ένα πιάτο φαΐ μο­νάχα και το έδωσε στον γαμπρό της και πάει και λέει στη γυναίκα του:
– Eμ αυτού, εμένα δε φτάνει να μαγειρέψεις, όχι το στράτευμα του βασιλιά!
– Έννοια σου, άντρα, αυτό το τεντζεράκι μπορεί να χορτάσει δέκα φορές ίσαμε το στρά­­τευ­μα του βασιλιά, μόνο να πας να προσκαλέσεις τον βασιλιά με το στράτευμά του και να έρθουνε αύριο να τους φιλέψουμε.

Σηκώνεται λοιπόν ο ψαράς και πήγε στον βασιλιά και του λέει:
– Αύριο, αφέντη βασιλιά, αν κοπιάσετε, το τραπέζι θα είναι έτοιμο.

Tη δεύτερη τη μέρα λοιπόν παίρνει ο βασιλιάς το στράτευμά του και πήγανε και κα­θί­σα­νε σ’ ένα πλατύ μέρος· κι είχε τρεις ανθρώπους και κουβαλούσανε τα φαγιά. Πή­γα­νε οι άν­θρωποι του βασιλιά και τους λέει ο ψαράς:
– Ρωτήστε τον βασιλιά τι φαγί θέλει πρώτα.

Πήγανε και ρωτήσανε τον βασιλιά και πρόσταξε να πάνε πρώτα σούπα ψαρένια. Α­πλώ­νει η γυναίκα του ψαρά την κουτάλα μες στο τεντζεράκι και βγάζει ψωμιά όσα χρει­α­ζό­τα­νε. Ύστερα απ’ το τεντζεράκι πάλι σούπα τόσα πιάτα όσοι νομάτοι ήταν το στρά­τευ­μα.

Αφού φάγανε σούπα, πρόσταξε ο βασιλιάς να φέρουνε βραστά ψάρια. Χώνει πάλι την κουτάλα η γυναίκα κι έβγαλε βρασμένα ψάρια. Ύστερα ο βασιλιάς γύρευε με την α­ρά­δα ψάρια με κρομμύδια, τηγανητά, ψητά και με λογιών λογιών τέχνη. Kι όλα αυ­τά τα φαγιά βγαίνανε μέσα απ’ το τεντζεράκι, ώσπου χόρτασε το στράτευμα του βα­σι­λιά και σηκωθή­κανε και πάνε στη δουλειά τους και γλιτώνει ο ψαράς τη γυναίκα του.

Αφού περάσανε κάμποσες μέρες, τον φώναξε τον ψαρά πάλι ο βασιλιάς και του λέει:
– Αυτή η γυναίκα δεν ταιριάζει με σένα· αν δεν ταΐσεις αύριο όλο το στράτευμά μου με σταφύλια, θα σου πάρω τη γυναίκα σου.
– Πολύ καλά, αφέντη βασιλιά, είπε ο ψαράς κι έφυγε και πάει με το παράπονο στο σπί­τι και λέει στη γυναίκα: «Σ’ έβαλε στο μάτι, γυναίκα, ο βασιλιάς κι έβαλε τα δυ­να­τά του να σε πάρει απ’ τα χέρια μου. Πρόσταξε τώρα να φιλέψω όλο το στράτευμά του σταφύλι. Τέτοιον καιρό πού να βρούμε σταφύλια!»
– Έννοια σου, άντρα, κι εγώ δε γίνομαι γυναίκα του βασιλιά, μόνο εσένα θα κάνω βα­σι­­λιά. Nα πας τώρα δα στη μάνα μου και να της γυρέψεις ένα τσαμπί σταφύλι.

Πηγαίνει ο ψαράς στη θάλασσα και φωνάζει:
– Κυρά μάνα θάλασσα, έβγα όξω και σε θέλω.

Βγαίνει η θάλασσα και του λέει:
– Καλώς τον γαμπρό μου και καλώς τον· τι αγαπάς;
– M’ έστειλε η θυγατέρα σου να μου δώσεις ένα καλαθάκι σταφύλια.
– Tώρα, γαμπρέ, είπε η θάλασσα και πάει, του φέρνει ένα καλαθάκι σταφύλια.


Ίσαμε μια οκά σταφύλια είχε μέσα εκείνο το καλαθάκι και το πήρε και το πάει στη γυ­ναί­κα του και της λέει:
– Αυτά τα σταφύλια εμένα μονάχα δε σώνουνε!
– Έννοια σου κι αυτό το καλαθάκι είναι θαυματουργό κι άιντε στον βα­σι­λιά και πες του να έρθει με το στράτευμά του να χορτάσει σταφύλια.

Πήγε ο ψαράς και λέει του βασιλιά:
– Aν κοπιάσετε μαζί με το στράτευμά σου αύριο, τα σταφύλια είναι έτοιμα.

Tη δεύτερη τη μέρα πάει ο βασιλιάς με το στράτευμά του και καθίσανε στο ίδιο το πλα­τύ το μέρος και πηγαίνανε οι άνθρωποι του βασιλιά και στου ψαρά το σπίτι και κου­βα­λού­σα­­νε τα σταφύλια με τα πιάτα· κι η γυναίκα του ψαρά έβγαζε από το κα­λα­θά­κι και δεν άδεια­ζε, ώσπου χορτάσανε τα στρατεύματα και τα παίρνει ο βασιλιάς και φύ­γα­νε. Πάει κι ο ψα­ράς στο σπίτι του και λέει στη γυναίκα του:
– Σε γλίτωσα και σήμερα, γυναίκα. Για να δούμε τι άλλο θα συλλογιστεί ο πο­λυ­χρο­νε­μέ­­νος ο βασιλιάς μας!

Περάσανε πάλι κάμποσες μέρες και του μηνάει ο βασιλιάς του ψαρά και του λέει:
– Αυτή η γυναίκα δεν είναι για σένα· αυτή ταιριάζει με μένα. Λοιπόν, τώρα θέλω να μου φέρεις έναν άνθρωπο να έ­χει δύο πιθαμές το μπόι του και τρεις πιθαμές τα γένια του.

Πηγαίνει ο ψαράς στη γυναίκα του και της λέει:
– Tώρα τα μπλέξαμε, γυναίκα· μας γυρεύει ο βασιλιάς να του πάω έναν άνθρωπο να έχει δύο πιθαμές το μπόι και τρεις πιθαμές τα γένια του.
– Έννοια σου, άντρα, κι αυτό θα ταιριάξει! Εγώ έχω έναν αδελφό τέτοιον. Nα πας στη μάνα μου και να της πεις να μου στείλει μαζί σου τον αδελφό μου τον Ρεβιθάκη για να κουνάει το παιδί μας στο σκαφίδι.

Πάει στη θάλασσα ο ψαράς και φωνάζει:
– Κυρά μάνα θάλασσα, έβγα όξω και σε θέλω.

Βγήκε η θάλασσα και της λέει:
– M’ έστειλε η θυγατέρα σου, να της στείλεις τον Ρεβιθάκη για να κουνάει το μωρό μας στο σκαφίδι.
– Kαλά, γαμπρέ, είπε η θάλασσα και φώναξε: «Ρεβιθάκη, να πας στην αδελφή σου να κουνάς το μωρό της!»

Αφού τάισε τις όρνιθές του ο Ρεβιθάκης, ανεβαίνει σ’ έναν πετεινό και βγαίνει μέσ’ απ’ τη θάλασσα. Tον βλέπει ο ψαράς κι ήταν δυο πι­θα­μές το μπόι του και τρεις πι­θα­μές τα γένια του και σερνότανε καταγής. Μπαίνει ο ψαράς μπροστά και πάνε σπί­τι.
– Tι με θέλεις, αδελφή;
– Nα πας στον βασιλιά να σε δει.


Μπαίνει λοιπόν πάλι μπροστά ο ψαράς, καταπόδι ο Ρεβιθάκης, πάνε στον βασιλιά.
– Tι ορίζεις, αφέντη βασιλιά; ρώτησε ο Ρεβιθάκης.
– Σε φώναξα να σε δω, είπε ο βασιλιάς.
– E, με είδες τώρα;
– Σε είδα, είπε ο βασιλιάς.

Τότε ο Ρεβιθάκης λέει:
– Πήδηξε, πετεινέ!

Πήδηξε ο πετεινός κι από τη φαρμακάδα που είχε το τσίμπημά του πέθανε ο βα­σι­λιάς. Τότε λέει ο Ρεβιθάκης στο Συμβούλιο του βασιλιά:
– Θα βάνετε τον γαμπρό μου βασιλιά ή θα βάνω τον πετεινό μου να σας τσιμπήσει;
– Θα τον βάνουμε, είπε το Συμβούλιο.

Και τον έβαναν τον ψαρά στον θρόνο βασιλιά και φέρανε και τη γυναίκα του βα­σί­λισ­σα και βασιλεύουνε ώς τώρα· έχουν και τον Ρεβιθάκη πάνω στον πετεινό κα­βα­λά­ρη κι ανε­βοκατεβαίνει πάνω στο παλάτι και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

ΠΗΓΗ: ΓΛΩΣΣΑ ΣΤ' ΤΑΞΗΣ (Ελληνικά Παραμύθια, εκλογή Γ. A. Μέγα, εκδ. I. Δ. Κολλάρος, Αθήνα, 1993, διασκευή) | ΕΙΚΟΝΕΣ: Γλώσσα ΣΤ' τά­ξης (1,3), www.hdwallpapersnew.net (2) | ΗΧΟΣ: Υπουργείο Πολιτισμού/Ταξίδι στον πολιτισμό, CD 1 (από ΤΑ ΝΕ@ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΑΣ)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: βιβλία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.