Το ΠΟΔήΛΑΤΟ ανανεώνεται εμφανισιακά. Σιγά σιγά προσαρμόζονται και οι παλαιότερες αναρτήσεις του. Καλό καλοκαίρι!

9 Μαρτίου 2013

Tο μηχάνημα

Από τον Ευγένιο Τριβιζά

Το έφεραν ένα πρωί στο κτίριο που ήταν τα γραφεία μας και το τοποθέτησαν κοντά στη σκά­λα του τρίτου ορόφου. Ο Γιάννης ο καφετζής, σαν από ένστικτο, κατάλαβε την α­πειλή. Έ­μει­νε με τον δίσκο μετέωρο να κοιτά φιλύποπτα τον εχθρό.

Η λειτουργία του ήταν απλή. Κανόνιζες μ’ έναν διακόπτη το ποτό που ήθελες, έ­ρι­χνες έ­να δί­φρα­γκο και περίμενες να γεμίσει το πλαστικό ποτήρι.

Ο Γιάννης συνέχισε ν’ ανεβαίνει σκεφτικός. Στο κατέβασμα βρήκε το μηχάνημα τρι­γυ­ρι­­σμέ­νο απ’ τους πρώτους θαυμαστές. Χωρίς να χάσει καιρό πήγε να παραπονεθεί
στον προσωπάρχη. Ο προσωπάρχης τού εξήγησε
ότι το μηχάνημα εξυπηρετούσε. Η δουλειά θα
μοιραζόταν. Έπρεπε να συμβιώσουν.

«Δε φαντάζομαι να μου κάνει μεγάλη ζημιά το
μηχάνημα», προσπάθησε να πείσει τον εαυτό
του ο Γιάννης. «Γιατί να σηκώνεται ο κόσμος
απ’ τα γραφεία και να πηγαίνει να προσκυνά;
Άλλωστε το μηχάνημα δεν ξέρει να χαμογελά».

Άρχισε να πυκνώνει τις βόλτες, να γίνεται πιο
σβέλτος και χαμογελαστός, ώστε να προλαβαί-
νει να τους εξυπηρετεί προτού επιθυμήσουν
κάτι παγωμένο και πάνε στο μηχάνημα. Αλλά
παρ’ όλα αυτά, όταν κάτι έλειπε από τον δίσκο
του, οι δυσαρεστημένοι δεν περίμεναν να τους
το φέρει! Έσπευδαν στο μασίνι. Ξέχασα να σας
πω ότι έτσι το λέγανε χαϊδευτικά: «μασίνι».

Ο Γιάννης αναγκάστηκε ν’ αλλάξει τακτική. Άρ-
χισε μία άνευ προηγουμένου συκοφαντική δυ-
σφήμιση κατά του εχθρού του. Η πρώτη διάδοση
που έβαλε σε κυκλοφορία έλεγε ότι το μηχάνημα τρώει τα κέρματα. Αυτό αναχαίτισε για κά­μπο­σο τα κύματα των πιστών. Α­πο­δεί­χτη­κε όμως τελικά ότι κάτι τέτοιο γινόταν πολύ σπά­νι­α για να το πάρει κανείς σοβαρά υ­πό­ψη. Τα συνθήματα «ανακατεύει την πορ­το­κα­λά­δα με τον καφέ» και «ρίχνει σκου­ριά στο κακάο» δεν έπια­σαν καθόλου, κι ας ξενύχτησε ο Γιάννης για να τα σοφιστεί.

Το μηχάνημα τού έγινε εφιάλτης. Οι σκάλες τού φαίνονταν ατελείωτες. Τα γνώριμα πρό­­σω­πα των γραφείων, μάσκες εχθρικές. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά απ’ το μα­σί­νι το ’βλεπε με το μάτι να λάμπει θριαμβικά, τη σχισμή του να χαμογελά. Ο α­κέ­ραι­ος χα­ρα­­κτή­ρας του λύγισε.

Άρχισε να ρίχνει κρυφά στη σχισμή του μηχανήματος δίφραγκα που τα στράβωνε στο πε­ζού­λι του καφενείου. Το μηχάνημα χάλαγε βέβαια, αλλά οι δούλοι του έ­σπευ­δαν να το δι­ορ­θώ­σουν. «Μα γιατί;» συλλογιζόταν. «Γιατί;» Τον έπνιγε το δίκιο.

«Τόσα χρόνια να ιδρώνεις, να τρέχεις, να λες την πρώτη καλημέρα, να χαμογελάς και να ’ρχε­ται ξαφνικά ένα μασίνι να σου τρώει το ψωμί; Άτιμο πράμα!»

Ώσπου μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση: Το μεσημέρι του Σαββάτου, όταν θα ’φευ­γε ο κό­σμος, θα ’μενε στα γραφεία και θα κανόνιζε τους λογαριασμούς του με το μη­χά­νη­­μα. Θα του ’κοβε τις χοντρές, μαύρες αρτηρίες! Θα ’σβηνε το απαίσιο κίτρινο μά­τι! Θα ξε­βί­δω­νε τα σωθικά του! Θα ανάδευε τα σπλάχνα του! Θα ’βρισκε την καρ­διά του! Και θα ’δι­νε ε­κεί το θανάσιμο πλήγμα!

Το πρωί του Σαββάτου ήταν κεφάτος. Το μηχάνημα ανύποπτο μοίραζε καφέ, κακάο και α­να­ψυ­κτι­κά.

Ήρθε μεσημέρι. Τα γραφεία άδειασαν. Ο Γιάννης έμεινε μόνος. Άφησε να περάσει μι­σή ώ­ρα, τρία τέταρτα. Άρχισε να κατεβαίνει αργά τις σκάλες, κρατώντας τα όρ­γα­να του θα­­νά­του: μια τανάλια κι ένα παλιό κατσαβίδι.

Έφτασε στο πλατύσκαλο. Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι. Ο Γιάννης και το μηχάνημα! Α­να­­με­τρή­θη­καν! Το μηχάνημα αστραφτερό, με το κίτρινο μάτι να λάμπει! Ο Γιάννης με τα κα­λα­μά­κια στο τσεπάκι, σκυφτός, κουρασμένος, μα αποφασισμένος! Παράξενη η­συ­χί­α α­πλω­νό­ταν γύρω. Απόμακρα ακουγόντουσαν, όπως σε όνειρο, οι θόρυβοι της πόλης.

(εικονογράφηση: Fun Boy)


Ο Γιάννης προχώρησε, έσπρωξε το βαρύ μηχάνημα δαγκώνοντας τα χείλη και ξε­βί­δω­σε με το κατσαβίδι τη λεία πλάτη. Βρέθηκε μπροστά σ’ ένα λαβύρινθο από πυκνά, μπλεγ­μέ­­να καλώδια... Ποιο απ’ όλα οδηγούσε στην καρδιά;

Ζαλίζεται παρακολουθώντας τη δαιδαλώδη διαδρομή τους. Τα καλώδια σαλεύουν α­πει­­λη­τι­κά. Μοιάζουν με φίδια. Αναδεύονται, θαρρείς και ζωντανεύουν. Ένας βόμβος στ’ α­φτιά του. Η ανάσα του κοφτή. Σφίγγει τα δόντια. Απλώνει το χέρι...

Εκεί έπαθε ηλεκτροπληξία ο Γιάννης. Τινάχτηκε! Γονάτισε! Τον βρήκαν κάρβουνο τ’ άλ­­λο πρω­ί, πλάι στο μηχάνημα.

Στη θέση του Γιάννη έφεραν ένα μηχάνημα ακόμα.

ΠΗΓΗ: ΓΛΩΣΣΑ ΣΤ΄ ΤΑΞΗΣ | ΕΙΚΟΝΕΣ: Γλώσσα ΣΤ΄ τάξης, Fun Boy


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: βιβλία, τεχνολογία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κου­μπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.