Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Μικρό ποντιακό λεξικό

 Α 

● αγούρ (αγόρι, αρσενικό παιδί) ● αγροικώ (καταλαβαίνω)
● αελάδ’ (θηλυκό μοσχά­ρι) ● αερόπον (αεράκι) ● αέτς (έτσι) ● άλας/αλάτ (αλάτι)
● άμον (όπως, σαν) ● αναστορώ (θυμάμαι) ● αντρίζω (παντρεύομαι άντρα)
● αξινάρ (τσεκούρι, αξίνα) ● αούτο (αυτό) ● άσκεμος (άσχημος)
● ασπαλίζω (κλειδώνω)

 Β 

● βούδ’ (βόδι)

 Γ 

● γαϊδίρ (γαϊδούρι) ● γέρον (γέρος) ● γιοκ (όχι) ● γυναικίζω (παντρεύομαι γυναίκα)

 Δ 

● δουλεία (δουλειά) ● δουλόπον (μικροδουλειά) ● δώρημαν (δώρο)
● δωρόπον (δωράκι)

 Ε 

● εν (είναι) ● ενεγκάστα (κουράστηκα)

 Ζ 

● ζελεύω (ζηλεύω)

 Η 

● ήμαρτα (συγνώμη)

 Κ 

● καλλίον (προτιμότερο) ● κλαδόπον (κλαδάκι) ● κοδέσποινα (νοικοκυρά)
● κοσσάρα (κότα) ● κτήνον (αγελάδα) ● κύρης (πατέρας)


 Λ 

● λελεύω σε (να σε χαρώ)

 Μ 

● μαλλία (μαλλιά) ● μηλέα (μηλιά) ● μοναχέσα (μόνη) ● μουσκάρ (μοσχάρι)

 Ν 

● νουνίζω (σκέφτομαι)

 Ο 

● ομμάτ (μάτι) ● οψάρ (ψάρι)

 Π 

● παιδάς (παιδί, νέος) ● παλαλός (τρελός, ανόητος) ● παπίν (πάπια)
● παπόρ (βαπόρι) ● πετεινολάλια (ξημερώματα) ● πουλλόπον (πουλάκι)

 Σ 

● σεβάσκουμαι (σέβομαι) ● σκαμνίν (κάθισμα)

 Τ 

● τουβάρ (τοίχος) ● τρανή (μεγάλη) ● τσιπ (πολύ)

 Φ 

● φωλέα (φωλιά)

 Χ 

● χαϊβάν (ζώο) ● χαιρετία (χαιρετισμός)

ΠΗΓΗ: www.pontos.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.