Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Μόνα Λίζα

Από τη Nasia28


Η Μόνα Λίζα (γνωστή και ως Τζιοκόντα, ή Πορτρέτο της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου του Φραν­σέ­σκο ντελ Τζιοκόντο) είναι μια προσωπογραφία που ζωγράφισε ο Ιταλός καλ­λι­τέ­­χνης Λεονάρντο ντα Βίντσι. Πρόκειται για ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, που ο­λο­κλη­ρώ­­θη­κε μέσα στη χρονική περίοδο 1503-1519. Αποτελεί ιδιοκτησία του γαλ­λι­κού κράτους, και ε­κτί­θε­ται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι. Ο πίνακας α­πει­κο­νί­ζει μία καθιστή γυ­ναί­κα, τη Λίζα ντελ Τζιοκόντο, η έκφραση του προσώπου της ο­ποί­ας χαρακτηρίζεται συ­χνά ως αινιγματική. Η Μόνα Λίζα θεωρείται ως το πιο δι­ά­ση­μο έργο ζωγραφικής.

Ιστορικά στοιχεία

Ο Λεονάρντο ξεκίνησε να ζωγραφίζει τη Μόνα Λίζα το έτος 1503 ή το 1504 στη Φλω­­ρε­­­ντί­­α της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Λεονάρντο, Τζιόρτζιο Βασ­σά­ρι, «...α­φό­­του α­σχο­λή­θη­κε επί τέσσερα χρόνια με το έργο, το άφησε ημιτελές». Εί­ναι γνω­στό πως αυτή ή­ταν μια συνήθης συμπεριφορά του Λεονάρντο ο οποίος, αρ­γό­τε­ρα, μετάνιωσε που «δεν ο­λο­κλή­ρω­σε ποτέ ούτε ένα έργο».

Θεωρείται πως συνέχισε να ασχολείται με τη Μόνα Λίζα για τρία χρόνια αφότου ε­γκα­τα­­στά­θη­κε στη Γαλλία και πως την τελείωσε λίγο πριν πεθάνει το 1519. Ο καλ­λι­τέ­χνης με­­τέ­φε­ρε τον πίνακα από την Ιταλία στη Γαλλία το 1516 όταν ο βασιλιάς Φρα­γκί­σκος Α΄ τον προ­σκά­λε­σε να εργαστεί στο Clos Lucé κοντά στο βασιλικό κά­στρο στην Αμπουάζ. Πι­θα­νό­τα­τα μέσω των κληρονόμων του βοηθού του Λεονάρντο, Σα­λάι, ο βασιλιάς α­γό­­ρα­σε τον πί­να­κα για 4.000 écu και τον τοποθέτησε στο παλάτι της Fontainebleau, όπου παρέμεινε έ­ως ότου δόθηκε στον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Ο Λου­δο­βί­κος ΙΔ΄ μετέφερε το έργο στο Παλάτι των Βερ­σα­λι­ών. Μετά τη Γαλλική Ε­πα­νά­στα­ση, με­τα­φέρ­θη­κε στο Μουσείο του Λούβρου. Ο Να­πο­λέ­ο­ντας τοποθέτησε το έργο στο δω­μά­τι­ό του, στο Παλάτι του Κε­ραμεικού. Αρ­γό­τε­ρα ο πίνακας επεστράφη στο Μου­σεί­ο του Λούβρου. Κατά τη διάρκεια του Γαλ­λο­πρω­σι­κού Πολέμου (1870-1871) με­τα­φέρ­θη­κε από το Λούβρο στο Brest Ar­senal.

Το αντικείμενο του έργου

Ο πίνακας πήρε το όνομά του από τη Λίζα ντελ Τζιοκόντο, που ήταν μέλος της οι­κο­γέ­νει­­ας Γκε­ραρ­ντί­νι από τη Φλωρεντία και την Τοσκάνη και σύζυγος του εύπορου έ­μπο­ρου με­τα­ξιού Φρανσέσκο ντελ Τζιοκόντο. Ο πίνακας ήταν παραγγελία για το και­νού­ριο τους σπίτι και για να γιορτάσουν τη γέννηση του δεύτερου γιου τους, Α­ντρέ­α. Η ταυτότητα της ει­κο­νι­ζό­με­νης γυναίκας αναγνωρίστηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊ­δελ­βέρ­γης το 2005 από έ­ναν ει­δι­κό που ανακάλυψε ένα σημείωμα του 1503 το ο­ποί­ο εί­χε γράψει ο Αγκοστί­νο Βε­σπού­τσι.

Διάφορες εναλλακτικές απόψεις έχουν εκφραστεί σχετικά με το θέμα. Κάποιοι με­λε­τη­τές θε­ω­ρούν πως η Λίζα ντελ Τζιοκόντο ήταν το αντικείμενο μιας άλλης προ­σω­πο­γρα­φί­ας, και ε­ντο­πί­ζουν τουλάχιστον άλλους τέσσερις πίνακες στους οποίους α­να­φέ­ρε­ται ο Βασ­σάρι α­πο­κα­λώ­ντας τους Μόνα Λίζα. O Σίγκμουντ Φρόιντ πίστευε πως το πε­ρι­ώ­νυ­μο μει­δίαμα της Μόνα Λίζα ήταν αποτέλεσμα ανάκλησης ανάμνησης της μη­τέ­ρας του Λεονάρ­ντο. Άλ­λες προτάσεις για την ταυτότητα της εικονιζόμενης γυ­ναί­κας είναι: η Isabella από τη Νά­πο­λη, η Cecilia Gallerani, η Costanza d’ Avalos, Δού­κισ­σα της Francavilla‎, η Isabella d’ Este, η Pacifica Brandano or Brandino, η Isabela Gua­landa, η Caterina Sforza, και ο ί­διος ο Λεονάρντο. Σήμερα οι απόψεις των ι­στο­ρι­κών της τέχνης συγκλίνουν στην ιδέα πως ο πί­να­κας απεικονίζει τη Λίζα ντελ Τζιο­κό­ντο, που πάντα ήταν η παραδοσιακή άποψη.

Η κλοπή του πίνακα

Η φήμη του πίνακα αυξήθηκε όταν η Μόνα Λίζα κλάπηκε στις 21 Αυγούστου του 1911. Την επόμενη μέρα, ο Louis Béroud, ένας ζωγράφος, περπατώντας στο Λού­βρο, πήγε στο Sa­lon Carré όπου εκτίθονταν η Μόνα Λίζα επί πέντε χρόνια. Ωστόσο στο σημείο ό­που έ­πρε­πε να βρίσκεται ο πίνακας, υπήρχαν τέσσερις σιδερένιοι πάσ­σαλοι. Ο Béroud ε­νη­μέ-
Αφού κλάπηκε ο πίνακας...
ρωσε τον υπεύθυνο της α­σφά­λει­ας εκεί­νου του τομέα, ο οποίος νό­μι­ζε πως ο πίνακας φω­το­γρα­φι­ζό­ταν για ε­μπο­ρι­κούς λόγους. Λί­γες ώ­ρες αργότερα, ο Bé­roud μαζί με τον ε­πι­­κε­φα­λής της α­σφά­λει­ας του τομέα επικοινώνη­σαν με τον ε­πι­κε­φα­λής του τομέα, και ε­πι­βε­­βαι­ώ­θη­κε πως η Μόνα Λί­ζα δε βρισκόταν με τους φω­το­γρά­φους. Το Λούβρο έκλεισε για μια ε­βδο­μά­δα για να δι­ευ­κο­λυν­θεί η έρευνα για την κλο­πή.

Ο Γάλλος ποιητής Γκιγιόμ Απολινέρ, θε­ω­ρή­θη­­κε ύποπτος, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ο Α­­πο­λι­νέρ προσπάθησε να εμπλέξει στην υ­πό­θε­­ση τον φίλο του, Πάμπλο Πικάσο, ο ο­ποί­ος ε­πίσης ανακρίθηκε, αλλά αργότερα και οι δύ­ο απαλλάχθηκαν των κατηγοριών. Ε­κεί­νη τη χρονική περίοδο επικράτησε η ε­ντύ­πω­ση πως ο πίνακας είχε χαθεί ο­ρι­στι­κά, ωστόσο δύ­ο χρόνια αργότερα α­να­κα­λύ­φθη­κε ο πραγ­μα­τι­κός δράστης. Η Μόνα Λί­ζα είχε κλαπεί από τον Vincenzo Pe­ruggia, υπάλληλο του Λού­βρου, ο οποίος μπήκε στο μουσείο κάποια στιγμή κατά τη δι­άρ­κει­α της ημέρας, κρύ­φτη­κε σε μία ντουλάπα και βγήκε από το μουσεί­ο αφού αυ­τό είχε κλείσει, κρύβοντας τον πί­να­κα κάτω από το παλ­τό του. Ο Peruggia ή­ταν ένας Ι­τα­λός πατριώτης που πίστευε πως ο πίνακας του Λε­ο­νάρ­ντο έπρεπε να επι­στραφεί στην Ι­τα­λί­α και να εκτίθεται σε ιταλικό μου­σεί­ο. Έ­να από τα κίνητρα του Peruggia πι­θα­νόν να ήταν και το γεγονός ότι ένας φίλος του που­λού­σε αντίγραφα του πίνακα, η α­ξί­α των οποίων θα αυξανόταν ραγδαία μετά την κλο­πή του αυθεντικού. Αφού κρά­τη­σε τον πίνακα στο διαμέρισμά του για δύο χρό­νια, τε­λι­κά συνελήφθη όταν προ­σπά­θη­σε να τον πουλήσει στους διοικητές της Γκα­λε­ρί Uffizi στη Φλω­ρε­ντί­α. Ο πί­να­κας ε­κτέ­θη­κε σε διάφορα μέρη σε όλη την Ιταλία και επεστράφη στο Μου­σεί­ο του Λού­βρου το 1913. Ο Peruggia επικροτήθηκε στην Ι­τα­λί­α για τον πα­τρι­ω­τι­σμό του και ε­ξέ­τι­σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το έγκλημα που διέπραξε.

Το αντίγραφο του πίνακα στο Μουσείο ντελ Πράδο

Το 2012 ανακοινώθηκε πως στο Μουσείο ντελ Πράδο υπάρχει πί­να­κας που είναι α­ντί­­γρα­φο της Μόνα Λίζα και δημιουργήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με τον αυ­θε­ντι­κό πί­­να­κα. Ο πίνακας παλαιότερα θεωρούνταν ως ένα από τα πολλά με­τα­γε­νέ­στε­ρα α­ντί­γρα­­φα του αρ­χι­κού έργου ωστόσο μετά από επεξεργασία προέκυψε πως πι­θα­νό­τα­τα δημι­ουργήθηκε πα­ράλ­λη­λα με τον πρωτότυπο.

Η κανονική Μόνα Λίζα και το αντίγραφό της

Ο δημιουργός του αντίγραφου δεν ήταν ο Λεονάρντο αλλά πιθανότατα κάποιος μα­θη­τής του, ίσως ο Φραντσέσκο Μέλτσι, που εργαζόταν στο ίδιο εργαστήριο με τον Ντα Βίντσι και ζω­γρά­φι­σε το έργο την ίδια περίοδο που ο Ντα Βίντσι ζωγράφισε την Τζιο­κό­ντα. Ο πί­να­κας απεικονίζει τη Μόνα Λίζα αρκετά νεότερη σε σχέση με την πρω­τό­τυ­πη απεικόνι­σή της. Επίσης η εικονιζόμενη δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένη στο α­ντί­γρα­φο το οποίο για αυ­τόν τον λόγο ίσως αποτελεί μια πιο ακριβή περιγραφή της συ­γκε­κρι­μέ­νης γυναίκας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του δεύτερου πίνακα είναι πως ο δη­μι­ουρ­γός του έχει σχεδιάσει και φρύδια στη εικονιζόμενη κάτι που λείπει πλήρως από τον αρ­χι­κό πίνακα.

ΠΗΓΗ: ;


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: ζωγραφική


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.